Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟΣ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑλΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Διδακτορική διατριβή, Υποστηρίχθηκε στην Ουγγρική Ακαδημία Επιστημών 1970.
Περιληπτική Παρουσίαση
Ό,τι ακολουθεί απεικονίζει τις απόψεις μου την εποχή που είχε γραφεί και υποστηριχθεί η διατριβή μου. Έκτοτε σε πολλά πράγματα οι απόψεις μου έχουν τροποποιηθεί. Αυτό φαίνεται και από τις εργασίες που υποβάλλω προς κρίση . Η παρουσίαση της διατριβής γίνεται με βάση αυτό το δεδομένο. Δεν επιχειρείται κάποια ουσιώδη διορθωτική παρέμβαση. Η περίληψη γράφτηκε το 1986.
Στη διατριβή επιχειρήθηκε μια συνολική κριτική θεώρηση των αναπτυ­ξιακών διαδικασιών και των πολιτικοκοινωνικών και ανθρώπινων σχέσεων της περιόδου 1920-1940 στη Σοβιετική Ένωση, με προεκτάσεις στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, κυρίως στην Ογyαρία της περιόδου μετά το 20-ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, με ηγέτη του κόμματος .και της χώρας τον Γιάνος Κάνταρ.
Στην "Εισαγωγή" της εργασίας αναφέρομαι στη βιβλιογραφία τη σχετική με τον όρο ουμανισμός και καταλήγω σε μία διατύπωση για το σοσιαλιστικό ουμανι­σμό που παρακολουθεί τη μελέτη ως το τέλος. Σύμφωνα με αυτή τη διατύ­πωση το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο του σοσιαλιστικού ουμανισμού διαμορφώνεται ανάλογα με τον εκάστοτε τρόπο σύνδεσης της μαρξικής άποψης για τον άνθρωπο και την κοινωνία με την πραγματικότητα. Με αφετηρία αυτή τη θέση αναπτύσσω την άποψη ότι από τότε που ο σοσια­λισμός υπάρχει ως κοινωνικό-οικονομικός σχηματισμός ο μαρξιστικός ουμανισμός κρίνεται πρώτα απ' όλα, με βάση αυτή την υφιστάμενη πραγματικότητα.
Στην ανάπτυξη αυτής της θέσης αξιοποιώ τη ρήση του Λένιν '°ο μαρξισμός δεν στηρίζεται στο έδαφος των δυνατοτήτων, αλλά στα γεγονότα», καθώς και το σκεπτικότου Κάρελ Κόσικ για την κοινωνική πραγματικότητα σύμφωνα με το οποίο στο ερώτημα πως διαμορφώνεται η κοινωνική πραγματικότητα, που είναι και το ζητούμενο, « κρύβεται η επαναστατική άποψη για την κοινωνία και τον άνθρωπο».
.
Με οδηγό αυτές τις θέσεις υποβάλλω σε κριτική την εξέλιξη των νέων σχέσεων όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μετεπαναστατική Ρωσία, αναλύοντας τα πραγματικά γεγονότα και αντίξοες καταστάσεις στο κόμμα, στο κράτος, στην κοινωνία, και παρακολουθώντας κριτικά τη διαδικασία διαμόρφωσης και εφαρμογής της πολιτικής τον κόμματος για την κολλεκτιβοποίηση και για την εκβιομηχάνιση της χώρας. Στο κεφάλαιο αυ­τό υποβάλλω σε κριτική το σταλινισμό, το σταλινικό τρόπο σκέψης και το σταλινικό καθεστώς από τη σκοπιά του μαρξισμού και του μαρξιστικού ουμανισμού.
Από τη μελέτη αυτών των εξελίξεων προκύπτουν ορισμένες διαπιστώσεις μεθοδολογικής σημασίας. Τέτοια, είναι η διαπίστωση ότι κάθε σημαντική εξέλιξη στο μη σοσια­λιστικό κόσμο επηρεάζει όχι μόνο τη γενική πολιτική; αλλά και την οικονομική πολιτική του σοσιαλισμού. Μάλιστα, ο σοσιαλισμός δεχόμενος αυτούς τους επηρεασμούς είναι υποχρεωμένος να προχωρεί στην επαναδιατύ­πωση του συγκεκριμένου περιεχομένου των αρχών λειτουργίας, λαμβάνοντας υπόψητούς μεταβαλλόμενους εξωτερικούς συντελεστές. Όπως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα 'καθαρός σοσιαλισμός" έτσι και το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο των αρχών λειτουργίας του δεν μπορεί να είναι "καθαρό", δηλ. ανεξάρτητο από τις συγκεκριμένες ιστορικοκοι­νωνικές συνθήκες. Ο εκάστοτε σοσιαλισμός είναι η έκφραση αυτών των συνθηκών (σελ.34). Το δεδομένο αυτό έχει να κάνει και με τη δυνατότητα αυτοαναίρεσής του – θα λέγαμε τώρα ύστερα από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Μια δεύτερη διαπίστωση αναφέρεται στην ανάγκη ο σοσιαλιστικόc ουμανισμός και η έννοια της ελευθερίας να ερμηνεύονται από τον μαρξισμό όχι μόνο στο επίπεδο της κοινωνίας, αλλά και στο επίπεδο του ατόμου, όχι μόνο με όρους φιλοσοφικούς, αλλά και με όρούς κοινωνιολογικούς.
Μια τρίτη διαπίστωση μεθολογικής σημασίας αναφέρεται στην ανάγκη η εξέταση της ιστορίας του υπαρκτού σοσιαλισμού να λαμβάνει υπόψη της τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υποχρεώθηκε μετά τη νικηφόρα επανάσταση να οικοδομηθεί το νέο καθεστώς.
Πέρα από τη γνωστή σε όλους και πολύπλευρα ερμηνευμένη από σημα­ντικούς ερευνητές διαπίστωση ότι η γεμάτη αντιφάσεις διαδικασία των εξελίξεων στην ιστορία της Σοβιετικήc Ενωσης οφείλεται σε μεγάλο.αθμό στο γεγονός ότι η σοσιαλιστική επανάσταση νίκησε στην καθυστε­ρημένη Ρωσία, χωρίς να μπορέσει να απλωθεί. στις προηγμένες καπιτα­λιστικές χώρες της Ευρώπης, δηλ, δεν εξελίχθηκε σε παγκόσμια επανά­σταση, όπως πίστεύε ο Λένιν και οι άλλοι ηγέτες της ρωσικής επανάστα­σης,
Υπάρχούν –σημείωνα- και άλλα δεδομένα η αγνόηση των οποίων μπορεί να οδηγή­σει την έρευνα σε αδιέξοδο. Πρόκειται για δεδομένα τα οποία έχούν τη δική τους σημασία, μολονότι δεν είναι άσχετα με τους δυο προηγούμενους αρνητικούς συντελεστές. Τέτοιο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την έκφραση τον Λένιν, «εμείς τώρα αμέσως θέλουμε να χτίσουμε τον σοσιαλισμό, από την μία μέρα στην άλλη, με το ανθρώπινο υλικό που μας κληροδότησε ο καπιτα­λισμός» δηλ. το τσαρικό καθεστώς της Ρωσίας (σελ. 41 ...).
Μία τέταρτη διαπίστωση είναι ότι η πορεία της ιστορίας της Σοβιε­τικής Ενωσης χαρακτηρίζεται από το φαινόμενο της μεγάλης απόστασης ανάμεσα στο προβαλλόμενο από την κυρίαρχη ιδεολογία και από το κόμμα όραμα της σοσιαλιστικής κοινωνίας από την μια και την πρακτική του κόμματος και της ίδιας της κοινωνίας από την άλλη. Μια απόσταση που συχνά έφτανε τα όρια του χάσματος. Το φαινόμενο αυτό χαρακτήρισε και. τη σχέση των προγραμματικών στόχων με την πραγματικότητα. Το γεγονός αυτό ήταν μια από τις αιτίες της υπερβολικής έντασης που διακρίνει κανείς στη ζωή της σοβιετικής κοινωνίας σε όλη την ιστορία της, μέχρι και την δεκαετία του 1960. Το φαινόμενο αυτό συνοδεύεται από την έλλειψη της αίσθησης των πραγματικών της δυνατοτήτων. Αυτό χαρακτηρίζει όχι μόνο την ηγεσία, αλλά και το κόμμα, με καταβολές μάλλον στο ρωσικό λαϊκό ρομαντισμό και ενθουσιασμό.
Η έλλειψη της αίσθησης των πραγματικών δυνατοτήτων (οι ρεαλιστές συνήθως παραμεριζόταν) είχε σαν συνέπεια την προβολή υπεραυξημένων απαιτήσεων απέναντι στα μέλη τον κόμματος και. των πολιτών (των εργα­ζομένων), με τελική "κατάληξη" τη φαινομενικά παράδοξη αδράνεια και απάθεια μεγάλου τμήματος των εργαζομένων και του πληθυσμού, όχι μόνο στην περίοδο της "στασιμότητας", που τώρα γίνεται πολύς λόγος.
Το φαινόμενο αυτό πρέπει να συσχετιστεί — για την περίοδο που αφορά τη διατριβή — με το γεγονός ότι από τη δεύτερη πενταετία της δεκαετίας του 1920 μέχρι. και τη δεύτερη πενταετία της δεκαετίας του 1930, οδηγη­τική αρχή της οικονομικής πολιτικής της Σοβιετικής Ενωσης, αλλά και της πολιτικής εργατικού δυναμικού, και της εκπαιδευτικής πολιτικής, ήταν η θέση του Λένιν ότι αν η Σοβιετική Ρωσία δεν εκβιομηχανιστεί το ταχύτερο θα χαθεί. Από δω και οι υποχωρήσεις σε θέματα αρχής για τον απελευθερωτικό ρόλο της (σοσιαλιστικής) εργασίας (Δες π.χ. την προτρο­πη του Λένιν για την αξιοποίηση του τευλοριστικού συστήματος οργάνωσης της εργασίαs) μολονότι γνώριζε ότι αυτό το σύστημα είναι ξένο προς τον σοσιαλισμό (σελ. 50-52).
Μια άλλη διαπίστωση αναφέρεται στην αρνητική κληρονομιά του "πολε­μικού κομμουνισμού" (που εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια μετά την επα­νάσταση) στις εξελίξεις που ακολούθησαν στην εποχή μετά το θάνατο τον Λένιν, και ιδιαίτερα στην οικονομική πολιτική της σταλινικής περιόδου μετά το 1928. Με επιπτώσεις στην πολιτική, ιδεολογική—ηθική και. κοινω­νική παιδεία (αγωγή) και τη συμπεριφορά του κόμματος, του κράτους και της Κομσομόλ. Στην επανεμφάνιση του κλίματος του πολεμικού κομμουνισμού συνέβαλλε και το γεγονός, αλλά και η ιδεολογία του περικυκλωμένου φρουρίου.
Στη διατριβή αναπτύσσεται η άποψη ότι ο "πολεμικός κομμουνισυός" είχε τη δική του ιδιότυπη ιδεολογία, που συνέδεε την αρχή της εισοδη­ματικής ισότητας με την ανιδιοτελή και κοινωνικά ωφέλιμη δράση του ατόμου (αλτρουιίσμός), ως κριτήριο της αληθινής υπόστασης του ανθρώ­που (σελ. 64-69) σε αντίθεση με τη ΝΕΠ, η οποία δεν είχε τη δική τηc ιδεολογία, αφού θεωρούνταν "πρόσκαιρη" και ερμηνευόταν ως "οπισθοχώ­ρηση" από το κόμμα. Ωστόσο, η λογική της ΝΕΠ φάνηκε πολύ χρήσιμη όταν (στη δεκαετία του 1960) εμφανίστηκαν τα πρώτα στοιχεία σοΒαρήc επανεκτιμήσεις της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ενωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες (βλέπε π.χ. το έργc του WLODZIMIEZ BRUS Γενικά προβλήματα λειτουργίας τηc σοσιαλιστικές οικονομίας).
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της σοβιετικής κοινωνίας έπαιξε και ένα άλλο στοιχείο, πέρα από το ρομαντισμό του σοσιαλιστικού οράματος που συνδυάστηκε ή επιδιώχτηκε να συνδυαστεί με το εντελώς πραγματικό "όραμα" της "εκβιομηχάνισης πάση θυσία" (έκφραση του Λένιν).
Στην ιστορία τηc Σοβιετικής Ένωσης παρουσιάζεται το φαινόμενο της περιοδικής εμφάνισης έκτακτων καταστάσεων όπου, πέρα και πάνω από κάθε κατεστημένο νόμο και κανόνα ζωής, λειτούργησε με ωμότητα ο νόμος της επιβίωσης : απώλειες εκατομμυρίων ανθρώπων από λιμούς, το 1921­- 1922 και το 1928-1929, έκτακτες καταστάσεις πολέμων, αλλά και σε περιόδους ειρήνης π.χ. όταν στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (μετά το 2-ο παγκόσμιο πόλεμο) για εκατομμύρια ανθρώπους το πρόβλημα τηc επιβίωσης ήταν πρωταρχικό, με επιπτώσεις και στη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Στη διατριβή μου; σχετικά με τον ρόλο ταυ πολέμου στην υυχολογία και τη συμπεριφορά των ανθρώπων αναφέρομαι στη διατύπωση του Λένιν ότι "ο πόλεμος αποκτηνώνει τους ανθρώπους". Μάλιστα, προεκτείνω την ισχύ αυτής της θέσης και στην ερμηνεία της ψυχολογίας και τηc συμπεριφοράς των ανθρώπων στην μετεπαναστατική ρωσική κοινωνία των σοβιέτ.
Στη διατριβή αναφέρεται ως ανασταλτικός παράγοντας στην προσπάθεια για τη δημιουργία συνθηκών που ταίριαζαν στην κοινωνία των σοβιέτ, η διατήρηση και η αναπαραγωγή του υπαλληλικού στρώματος με παρωχημένες αντιλήψεις που είχαν την καταβολή τους σ το τσαρικό καθεστώς.
Εξάλλου, η διατριβή κλείνει προς την άποψη ότι η αντικατάσταση ή ο παραγκωνισμός, στην περίοδο της ΝΕΠ, πλειάδας κομματικών στελεχών (πολλοί από τους οποίους ήταν λαμπροί διαφωτιστές της επανάστασης) από τους εμπόρους και όσους γνώριζαν εμπόριο και οικονομική διαχείριση, όπως πρότεινε ο Λένιν, ήταν για τους απροσάρμοστους επαναστάτες μια από τις αιτίες που μετά το θάνατο τον Λένιν, τους έφερε να είναι αντιμέτωποι με τηΝΕΠ και την οικονομική κουλτούρα, που η ΝΕΠ πρέσβευε και που αντικειμενικά διαμόρφωνε. Αυτό είναι σημαντικό να το γνωρίζει κανείς για να κρίνει ανάλογες με τη ΝΕΠ πλευρές της σημερινής οικονομικής πολιτικής (1986) στη Σοβιετική Ενωση, όμως, σε μια προωθημένη κατάσταση, από κάθε άποψη.
Στην εκτίμηση των εξελίξεων στη Σοβιετική Ενωση (και κατ' επέκταση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες) είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείc τις επιπτώσεις της γνωστής θέσης του Λένιν : "ποιος—ποιον:" και της θέσης :"οποίος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας" στο σύστημα εξουσίας και διοίκησης και στην νοοτροπία του κόμματος για την άσκηση της εξουσίας και της διοίκησης (βλέπε σχετικές αναλύσεις π.χ. στη σελ. 91-97).
Πάντως, είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς ότι στη δεκαετία του 1920 η τάση για "σκληρή διοίκηση" (έκφραση του Λένιν) δεν οδήγησε ακόμα στην κατάργηση της δημοκρατίας και της δημόσιας κριτικής (σελ. 99-107), πράγμα που συνέβηκε στο σταλινικό καθεστώς, που όμως ως τάση εμφανίζεται από τη δεύτερη πενταετία της δεκαετίας του 1920 (βλέπε σελ. 108 και στη συνέχεια).
Στη διατριβή η περίοδος κολλεκτιβοποίησης της αγροτικής οικονομίας υποβάλλεται σε μια αρκετά προωθημένη κριτική, στο βαθμό που ενδιαφέρει τη μελέτη. Στο σημείο αυτό, μεταξύ των άλλων, ανιχνεύω τα στοιχεία που επιτρέπουν να απαντηθεί το ερώτημα : πως αντιμετώπισαν οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες την κολλεκτιβοποίηση; Τι έκανε τους φτωχούς αγρότες να έχουν ενθουσιαστεί από την κολλεκτιβοποίηση, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια (όμως όχι σε όλες τις περιοχές της Σ.Ε.);
Βέβαια, η απάντηση σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα που αφορούν τις αντιδράσεις των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων στην κολλεκτιβοποίηση και στον τρόπο που αυτή είχε γίνει. Η βιβλιογραφία την οποία μπορούσε κανείς να βρει την περίοδο που είχε γραφεί η διατριβή ήταν εξαιρετικά δύσκολο νε μελετήσει έστω με σχετική πληρότητα τις συγκρούσεις και τις νέες σχέσεις που δημιουργήθηκαν στο χωριό και στην αγροτική οικονομία. Στη διατριβή αυτό επιχειρήθηκε με πολύ λίγο έγκυρο επιστημονικό πληροφοριακό υλικό. Έπρεπε να ψάξει κανείς πίσω από τις γραμμές, όπως λέμε, των κομματικών κειμένων αλλά και των διαφόρων μελετών (όλες γραμμένες σε ένα πνεύμα που δικαίωνε τη γραμμή ακόμα και τα διάφορα μέτρα του κόμματος και του κράτους) για να μπορέσει να πει κάτι το σημαντικό. Το θέμα περισσότερο ήταν η διαμόρφωση κριτικής στάσης απέναντι στις εξελίξεις εκείνης της περιόδου. Τα χρόνια που γράφτηκε η διατριβή είχε αρχίσει η κριτική αντιμετώπιση αυτής της περιόδου στην ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, κυρίως στην Ουγγαρία, την Πολωνία και στην Τσεχοσλοβακία. Αναφέρομαι ειδικότερα σε μελέτες οι ο ποίες ασχολήθηκαν με το σκέλος της οικονομικής αναπτυξιακής πολιτικής που εξυπηρετούσε η κολεκτιβοποίηση.
Στη διατριβή αποδέχομαι την άποψη ότι η σημασία της πολιτικής της κολλεκτιβοποίησης είναι συνάρτηση πρώτα απ' όλα του ρόλου που κλήθηκε να παίξει στο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης της χώρας.
Στη διατριΒή ασχολούμαι εκτενώς (σε 66 σελίδες) με την κριτική παρουσίαση τον υπερσυγκεντρωτικού συστήματος της οικονομίας στην εποχή του Στάλιν, Γενικότερα : ασχολούμαι με ουσιαστικές πλευρές αυτού που ονομάζω σταλινικό σύστημα.
Στο κεφάλαιο αυτό ξεκαθαρίζονται (στο μέτρο της πληροφόρησης που μπορούσε να διαθέτει ένας ερευνητής στη δεκαετία του 1960 για την πε­ρίοδο του 1930, σε σχέση με τους στόχους της μελέτης) βασικά ζητήματα της συσχέτισης ουμανισμός και πραγματικότητα, με έμφαση στις δυνατό­τητες; αλλά πολύ περισσότερο στους περιοριστικούς και απαγορευτικούς όρους ανάπτύξης των σοσιαλιστικών στοιχείων της ζωής και στις αντι­φάσεις μεταξύ των γενικών στόχων για την κοινωνία και τον άνθρωπο με την παραμορφωτική πρακτική στο επίπεδο του κόμματος και του κράτους, αλλά και στους μηχανισμούς που αναπαρήγαγαν και όξυναν την διάσταση ανάμεσα στους διακηρυγμένους γενικούς στόχους και την κομμα­τική πρακτική. Στην διατριβή γίνεται αναφορά στο φαινόμενο των διώξε­ων, χωρίς όμως να προχωρώ στην αναλυτική εξέταση και κριτική του κατασταλτικού μηχανισμού τον σταλινικού συστήματος.
Ωστόσο στο κεφάλαιο αυτό γίνεται προσπάθεια να φωτιστούν ουσιαστι­κές πλευρές του σταλινικού συστήματος καθώς επίσης και ζητήματα γενι­κότερης σημασίας για τη μελέτη της ιστορίας του σοσιαλισμού που ποδογετείτο από το σταλινισμό, όπως :
η σχεδιασμένη οικονομία και ο διοικητικός συγκεντρωτισμός στο σοσιαλισμό και οι επιπτώσεις του στις κοινωνικές και ανθρώπινες σχέσεις.
η αναγκαιότητα του συγκεντρωτισμού, της συγκεντρωτικής εφαρμογής των γενικών στόχων στην περίοδο διαμόρφωσης του σοσιαλιστικού οικονομικο-κοινωνικού σχηματισμού. Η αναγκαιότητα για την προτεραιότητα της κεντρικής θέλησης στη φάση αυτή.
η αναγκαιότητα μονοκομματικού πολιτικού συστήματος στη φάση αυτή και η δυνατότητα πολυκομματικού συστήματος - τα όρια τον πολυκομματικοϋ συστήματος στο σοσιαλισμό.
- ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός και η σχέση των δυο σκελών του : του συγκεντρωτισμού και της δημοκρατίας.
Στη διατριβή αναπτύσσω την άποψη ότι η σχέση των δύο σκελών είναι συνάρτηση των εκάστοτε συνθηκών και της εκάστοτε κυρίαρχης άποψης της ηγεσίας του κόμματος για τον τρόπο διεύθυνσης της οικονομίας και της κοινωνίας.
Στη διατριβή διαπιστώνεται ότι στη "σταλινική εποχή" υπερίσχυσε ο συγκεντρωτισμός σε βάρος της δημοκρατίας στο επίπεδο του κόμματος και της κοινωνίας, με καθοριστικό το συγκεντρωτικό σύστημα προγραμματι­σμού και -διεύθυνσης της οικονομίας και το συγκεντρωτικό σύστημα πολιτικής εξουσίας.
Στη διατριβή υποβάλλω σε μια προωθημένη - και με τα σημερινά μέτρα - αναλυτική, σε μεγάλο βαθμό κριτική του υπερσυνκεντρωτικού πυραμιδικά ιεραρχημένου σταλινικού συστήματος και καταλήγω σε διαπιστώσεις γενι­κότερης σημασίας για την έρευνα της σταλινικής εποχής - πέρα και από τους στόχους και την οπτική της διατριβής
-
Αναλύοντας το φαινόμενο της καθολικής εφαρμογής της αρχής του συγκεντρωτισμού στη σελίδα 137 της διατριβής γράφω : "Αυτή η συνύφανση της οικονομικής διεύθυνσης, της πολιτικής εξουσίας και της λειτουργίας του κόμματος εξυπηρετούσε την πρόθεση επιβολής της κεντρικής θέλησης σε όλη τη δομή του κράτους και του κόμματος στην οικονομία και, την πολιτική, στο δημόσιο βίο, στα πολιτιστικά και ιδεολογικά θέματα. 0 δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ως βασική αρχή του κόμματος παραμορφώθη­κε. Υπερίσχυσε ο συγκεντρωτισμός. Και στη συνέχεια κυριάρχησε. Η κάθε­τη εξάρτηση (των μερών από το κέντρο) κυριάρχησε με απόλυτο τρόπο στην πολιτική δραστηριότητα του κόμματος. Η αξιολόγηση των πολιτικών πράξε­ων ανήκε αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κεντρικών οργάνων. Σ΄ αυτό το σύστημα οι άνθρωποι (οι οποίοι καλούνταν να πραγματοποιήσουν τους σοσιαλιστικούς στόχους) είχαν μόνο μία επιλογή : την εκτέλεση με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο των αποφάσεων και των εντολών της κεντρικής εξουσίας στα πλαίσια του ιεραρχημένου συστήματος. Ανάλογα ερμηνεύτηκε στην πράξη και η δημοκρατία και διαμορφώθηκε το εκλογικό σύστημα, η σχέση καθοδηγητών και καθοδηγούμενων..." (σελ. 137-138).
Στη διατριβή υποβάλλω σε αναλυτική κριτική τη χρήση του όρου "προσωπολατρεία" για τον προσδιορισμό του σταλινικού συστήματος και. της σταλινικής εποχής. Συγχρόνως, πρότάσσω ισχυρά, κατά τη γνώμη μου, επιχειρήματα υπέρ της χρήσης του όρου "σταλινικό σύστημα" και "σταλινική εποχή", που χρησιμοποιώ στη διατριβή.Πλαίσιο κειμένου: t
Με τον όρο σταλινικό σύστημα στη διατριβή εννοώ το σύνολο των μη­χανισμών και των μεθόδων που οργανώνούν σε σύστημα τα εσωτερικά στοι­χεία της υπερδομήc, τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες προσαρμογής τους στις εντολές τον κεντρικού προγραμματισμού, καθώς επίσης και στις ανάγκες ενός συγκεκριμένού (σταλινικού) συστήματος άσκησης της εξου­σίας, πού διέπεται από σοσιαλιστικούς στόχους. Ενός συστήματος εξου­σίας, που ωστόσο, στην πρακτική του έκφραση είναι αντίθετο με τον ουμανισμό, τη συνείδηση της ανθρώπινης ελευθερίας και με τη συνείδηση και το αίσθημα της σοσιαλιστικής νομιμότητας (σελ. 138-141).
- Στη διατριβή ασχολούμαι αναλυτικά με το ρόλο της ιδεολογίας και της ιδεολογικής χειραγώγησης των ανθρώπων που στόχευε στην αποτελεσματική, χωρίς αντιστάσεις, λειτουργία του σταλινικού συστήματος, καθώς επίσης και με τις επιπτώσεις της ιδεολογικής χειραγώγησης στη διαμόρφωση μιας ορισμένης σχέσης των μελών του κόμματος – και του κόμματος ως πολιτικά λειτουργικού οργανισμού, κόμματος – και ηγεσίας του κόμματος , πολιτών – και κράτους, ατόμων –και κοινωνίας.
Στη διατριβή επισημαίνονται καίριες αντιφάσεις του σταλινικού συστήματος στα επίπεδο αυτό. Π.χ. επισημαίνεται το φαινόμενο να ερμηνεύονται τα δικαιώματα του πολίτη σε σχέση με το "χρέος" του να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα και να εφαρμόζει αποτελεσματικά τις εντολές που δέχεται από πάνω. Σε σχέση μ' αυτό το φαινόμενο; που με τον καιρό εξελίσσεται σε καθεστώς που παράγει σε ευρεία έκταση τον κομφορμισμό και τον αμοραλισμό και δικαιολογεί συγχρόνως τις διώξεις, επισημαίνε­ται μια καίρια αντίφαση που προκύπτει από την παραβίαση του μαχόμενου μαρξιστικου ουμανισμού Το σύστημα, από τη μία καλεί όλους τους πο­λίτες, όλούς τους ανθρώπους για ενεργό συμμετοχή στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού (δηλαδή μιας κοινωνίας που υπόσχεται. την ελεύθερη, δημι­ουργική και πολύπλευρη αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου) ενώ. συγχρόνως, από την άλλη, αποκλείει (διώκει και εξοντώνει) όσους τη συμμετοχή τους δεν τη συνδυάζουν με την εγκατάλειψη του δικαιώματός τους να έχουν δική τους άποψη για τις εξελίξεις και. να ασκούν κριτική .
Η απαγόρευση (δίωξη και εξόντωση) πλειάδας ανθρώπων με κρριτικό πνεύμα να πράξουν το αγωνιστικό και ανθρώπινο χρέος και δικαίωμα να πάρουν ενεργό μέρος στον αγώνα για τον σοσιαλισμό, επισημαίνεται στη διατριβή ως ριζική απόκλιση από την ιδέα του (μαχόμενου) μαρξιστικού ουμανισμού. Επίσης στη διατριβή επισημαίνεται το δίλημμα των επαναστατών με κριτικό πνεύμα να υποταχθούν στο σταλινικό σύστημα για να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στη σοσιαλιστική ανάπτυξη ή να αντιταχθούν σε αυτό και να μείνουν στο περιθώριο της ιστορίας, της εξέλιξης.(βλέπε, αναλυτικότερα στις σελ. 142-150).
Στη διατριβή, στηριζόμενος στις προηyούμενες αναλύσεις, επιχειρώ να δώσω μια ερμηνεία της αντιφατικής πορείας των εξελίξεων στην εποχή του Στάλιν, σε ένα αυστηρό συνθετικό φιλοσοφικό επίπεδο με άξονα ανα­φοράς την έννοια της κριτικής και της αυτοκριτικής στο κεφάλαιο με τον τίτλο "Κριτική της πραγματικότητας και εκφυλισμός του όπλου της κριτικής - Ανάπτύξη και πισωδρόυιση ταυτόχρονα".
Στο κεφάλαιο αυτό προβαίνω στην ανάπτυξη της άποψής μου για την έννοια της κριτικής και της αυτοκριτικής. Παρουσιάζω την άποψη των κλασικών του μαρξισμού για την κριτική ( : α. κριτική της πραγματικό­τητας ή των πραγμάτων, β. κριτική των όπλων ή κριτική των έργων και γ. το όπλο της κριτικής, δηλ. η εφαρμογή της κριτικής σκέψης στην εκτίμηση των πραγμάτων, των ενεργειών και των απόψεων), και υιοθετώντας την άποψη του όπλου της κριτικής προχωρώ σε μια αναλυτική εκτίμηση της σταλινικής εποχής,, του σταλινικού συστήματος. DDD
Από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις αυτού του κεφαλαίου είναι και οι εξής
το φαινόμενο της υποχώρησης του στοιχείου της κριτικής στη ζωή του
κόμματος και της χώρας, που αρχίζει στη δεκαετία τον 1920 και εξελίσσεται προοδευτικά (γεωμετρικά θα μπορούσαμε να πούμε) βρίσκεται σε ευθεία σχέση ρε την ενίσχυση της προσωπολατρείας του Στάλιν.
Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην κατάργηση της "κριτικής από τα κάτω" και στη μετατροπή της }'κριτικής από τα πάνω" σε πρακτική κυρώσεων.
Στο σταλινικό καθεστώς η ιδεολογία διοχετεύει στη συνείδηση τcυ κόμματος και στην κοινή γνώμη την "ερμηνεία" της κριτικής ως μορφή της «απεριόριστης αγάπης και έμμονης του λαού προς το κόμμα και την ηγεσία του σοβιετικού κράτους» (!!), με συνέπεια τον πλήρη εκφυλισμό της έννοιας της κριτικής.
το θετικό ιδεολογικό κλίμα που δημιουργείται μετά το 20-ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, επιτρέπει. την έναρξη της διαδικασίας αποκατάστασης της έννοιας της κριτικής και της αυτοκριτικής (αναφέρεται στη διατριβή η σχετική προσπάθεια της "Φιλοσοφικής Εγκυκλοπαίδειας", Εκδοση της Ακαδημία Επιστημών της Σοβιετικής Ένωσης).
Επιχειρείται στη διατριβή ο ορισμός της έννοιας της κριτικής με τους όρους της επιστημονικής έρευνας και της φιλοσοφικής πράξης «Η κρι­τική ως ορθολογική ενέργεια του ανθρώπου είναι η μεθοδική "ανάκριση-εξέταση" του ερευνητικού αντικειμένου, είναι η μεθοδική αμφισβήτηση και η διατύπωση του ερωτήματος που υποκινεί προς θετικές απαντήσεις. Γι' αυτό η κριτική είναι εχθρός του δογματισμού και τον κομφορμισμού. Μολονότι απευθύνεται στην πραγματικότητα, ωστόσο είναι περισσότερο από την απλή πραγματικότητα : η κριτική είναι η απεικόνιση στην ανθρώπινη διάνοια της πραγματικότητας ως αντικειμένου της επαναστα­τικής αλλαγής». Η ανάδειξη αυτής της ιδιότητας της κριτικής είναι γνώρισμσ της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Σ' αυτή την αντίληψη «το νόημα της ελευθερίας της κριτικής είναι η προοδευτική αλλαγή της πραγματικό­τητας»- σύμφωνα με την ερμηνεία του Λένιν (σελ. 156-159).
Στη διατριβή γίνεται λόγος (με συγκεκριμένες αναφορές και αναλύ­σεις) για τις αλλοιώσεις που παθαίνει, η λενινική άποψη για την κριτική στο κόμμα σε συνθήκες νόμιμης λειτουρyίας του και σε συνθήκες παρα­νομίας, όπου κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι το στοιχείο της δημοκρατίας και της διαφάνειας, αλλά το στοιχείο της συντροφικής εμπιστοσύνης, όπως έγραφε ο Λένιν (σελ. 159-160).
Στη διατριβή υπάρχουν αναφορές και αναλύσεις που δείχνουν σε τι φαύλο κύκλο αλληλοκατηγοριών και αλληλοεξόντωσης μπορεί να οδηγήσει ο εκφυλισμός της κριτικής στο κόμμα και η έλλειψη δημοκρατίας και. διαφά­νειας στο δημόσιο βίο. Πρόκειται για το φαινόμενο των μυστικών εκθέ­σεων προς την Κ.Ε. του κόμματος και προς τις κατασταλτικές υπηρεσίες του κράτους, από κομμουνιστές για κομμουνιστές, που οδήγησαν σε ένα ιδιότυπα φαύλο κύκλο : Μεγάλο μέρας αυτών που κατηγορούσαν με εκθέσεις στελέχη του κόμματος (ακόμα και γραμματείς περιοχών του κόμματος) ως εχθρούς του κόμματος (π.χ. επειδή επέτρεψαν σε αγρότες την ατομική καλλιέργεια κ.λ.π.), κατηγορήθηκαν από άλλούς κομμουνιστές (συχνά από μέλη τον Κ.Ε. πον γνώριζαν τους κατηyορούμενους), ως "εχθροί τοιι κόμματος και τον λάου", με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αλληλοεκθέσεων και αλληλοκατηγοριών, που οδήγησε στην έξαρση των γνωστών αυθαιρεσιών και διώξεων... (σελ. 161-168).
Στη διατριβή προχωρώ σε αναλύσεις που δείχνουν τις συνέπειες της απολογητικής στάσης της κυρίαρχης ιδεολογίας απέναντι στη σταλινική πραγματικότητα και πρακτική με αποτέλεσμα η πράξη να πάψει να είναι το κριτήριο της θεωρίας, αλλά να αναγορευτεί σε συντελεστή με θεωρη­τική σημασία (σελ. 175-176), με παραμορφωτικές συνέπειες yια τη θεωρία (σελ. 176-178).
Ως κατάληξη των προηyούμενων αναλύσεων οδηγούμαι στο συμπέρα­σμα ( το οποίο όμως τώρα, ύστερα από 14 χρόνια, από τότε που υπερασπί­στηκα τη διατριβή, θα μπορούσε εν μέρη να τροποποιηθεί ) ότι «στην εκτί­μηση του- σταλινικού συστήματος πρέπει να ξεκινούμε από το ότι στην περίοδο τον σταλινισμού (10- ετία 1930) άλλαξε ποιοτικά η φυσιογνωμί.α της σοβιετικής κοινωνίας και το ότι αυτή η αλλαγή επηρέασε ουσιαστικά τις εξελίξεις της σύγχρονης εποχής. Συγχρόνως πρέπει να δούμε καθαρά ότι αυτή η κοινωνική αλλαγή έγινε με τίμημα την παραβίαση των αρχών της σοσιαλιστικής συμβίωσης. Αυτό, εμπόδισε, σε μεγάλο βαθμό, την εφαρμογή της άποψης του Λένιν για τη σοσιαλιστική κοινωνική υπερδομή (το σοσιαλιστικό κοινωνικό εποικοδόμημα), για το νέο πολιτικό σύστημα και τους νέους θεσμούς εξουσίας. Οι παραμορφώσεις και παρανομίες που εμφανίστηκαν σ' αυτή την περιοχή, εμπόδισαν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής προσωπικότητας με βάση τις δυνατότητεc που δημιουργούσε η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική πρόοδος. Άλλο τόσο που οι παραμορφώσεις και η παραβίαση της σοσιαλιστικής νομιυότηταc εμφανιζόταν προς τούς ανθρώπους ως έκφραση της_ σοσιαλιστικής νουι­μότηταc» (σελ. 180-181).
Μολονότι κύριος σκοπός της διατριβήc ήταν η κριτική εξέταση των εξελίξεων της περιόδου 1920-1930 και 1930-1940 στη Σοβιετική Ένωση, με κριτήριο το μαρξιστικό ουμανισμό και τις γενικές αρχέc του σοσια­λισμού, σε όλη τη διαδρομή των κεφαλαίων λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές που δρομολογήθηκαν μετά το 200 συνέδριο τον ΚΚΣΕ, όχι γόνο στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και στις άλλες χώρες τον υπαρκτού σοσιαλισμού.
Πρόβαλε όμωc η ανάγκη για μια αυτόνομη εξέταση της μετασταλινικήc περιόδου, Οι εξελίξεις που δρομολογήθηκαν μετά το 200 συνέδριο για την αποκατάσταση του ουμανισμού στο μαρξισμό και την επανασϋνδεση των σοcιαλιστικών ιδεών με την πραγματικότητα είναι το θέμα του δεύτερου, μικρότερου, μέρους τηc διατριβής, που αναφέρεται κυρίωc στις ΛαϊκέςΔημοκρατίες, με έμφαση την Ουγγαρία. Και στο κεφάλαιο αυτό η συσχέτιση
των ιδεών με την πραγματικότητα χρησιμοποιείται για την ανάδειξη των πραγματικών προβλημάτων και δυνατοτήτων ανάπτυξης, με επίκεντρο τcν άνθρωπο,, την ανθρώπινη ελευθερία και δημιουργικότητα.
Στο κεφαλαίο αυτό επιχειρείται μια γενικότερη εκτίμηση της νέας ιστορικής περιόδου για το σοσιαλισμό, με την εμφάνιση και της επιστημονικοτεχνικής επανά­στασης, των ορίων του και των δυνατοτήτων του. Οδηγητική ιδέα στην εξέταση του μετασταλινικού υπαρκτού σοσιαλισμού (περίοδος 1960) είναι η γνωστή θέση του Μαρξ ότι "μία θεωρία πραγματώνεται στο λαό στο βαθμό που εκφράζει τις ανάγκες του ... Λεν αρκεί η ιδέα να ρέπει προς την πραγματικότητα, και η πραγματικότητα καθεαυτή πρέπει να ρέπει προς την ιδέα" (σελ. 193).
Ακολουθούν οι "Σημειώσεις" με πλούσιες αναφορές και με αναλύσεις σε θέματα όπως
- η έννοια του ουμανισμού - πρόσθετη βιβλιογραφία, με αξιολογήσεις.
- η έννοια της "κοινωνικής προόδου νέου τύπου,
- η κριτική σχέση του φιλοσόφου απέναντι στην κοινωνία και στην πο­λιτική.
- η κατάσταση των κοινωνικών επιστημών (πολιτική οικονομία, κοινωνιο­λογία, ψυχολογία) στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και η έρευνα που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις στην κοινωνία (σελ. 257-268).
η ισοπεδωτική ερμηνεία της έννοιας της ισότητας.
- οι σημαντικότερες εσωκομματικές συγκρούσεις στο ΚΚΣΕ και η σύνδεσή τους με την ταξική και την μορφωτική σύνθεση του κόμματος (σελ. 279­285).
η εξέλιξη της ταξικής σύνθεσης του πληθυσμού στη Σοβιετική Ένωση (αναλογία των εργατών, σελ. 285-286).
- αναφορά με κριτική διάθεση στην άποψη ότι όσο αναπτύσσεται η Σοβιε­τική Ένωση, τόσα περισσότερο θα επιδιώκει ο παγκόσμιος καπιταλισμός την κατάργησή της και συσχέτιση αυτής της θέσης με τη θέση ότι όσο θα αναπτύσσεται ο σοσιαλισμός τόσο περισσότερο θα δυναμώνει η ταξική πάλη.
αναφορές στον αναγκαστικό εκτατικό τρόπο ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας και στην προσπάθεια θεωρητικοποίησης αυτής της ανάγκης¨»Μόνο η ενέργεια και ο ενθουσιασμός για την εργασία των εκατομμυ­ρίων μαζών μπορεί να εξασφαλίσει τη συνεχή ανάπτυξη της παραγωγικότη­τας της εργασίας, χωρίς την οποία είναι αδιανόητη η νίκη τον σοσιαλισμού στη χώρα μας, έναντι του καπιταλισμού». - Στάλιν. Που ση­μαίνει την αγνόηση του γεγονότος ότι η σύγχρονη τεχνολογία τείνει να εξελιχθεί σε αποφασιστικό συντελεστή της ανάπτυξης,
αναφορές σε κορυφαίόυς θεωρητικούς του μαρξισμού για τη χρήση ταυ όρου "προσωπολατρεία" και για τον χαρακτηρισμό "σταλινικό σύστημα" (σελ. 295-298).
αναφορά στην πληροφορία ερευνητή ότι ο Στάλιν τα 1946 δέχτηκε ότι δεν είναι απαραίτητο η Λαίκές Δημοκρατίες να προχωρήσουν με βάση το σοβιετικό σύστημα και την προλεταριακή δικτατορία (σελ. 301-302) και σχολιασμός αυτής της πληροφορίας.
αναλυτική αναφορά για τις επιπτώσεις των εκτιμήσεων του Στάλιν (και του ΚΚΣΕ) στη διεθνή κατάσταση και στις εξελίξεις των άλλων σοσιαλιστικών χωρών και στο "σοσιαλιστικό στρατό­πεδο" γενικότερα.
αναλυτική αναφορά νια τις συζητήσεις σχετικά με το ρόλο των εμπορευ­ματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό (σελ. 314-316) για το νέο οικcνομικό μηχανισμό στην Ουγγαρία και τις επιπτώσεις του στα εισοδήματα, στην κοινωνική κινητικότητα και στον τρόπο ζωής των ανθρώπων (σελ. 319-330).
Ακολουθεί πλούσια βιβλιογραφία.

Η άρθρωση της διατριβής απεικονίζεται στα "Περιεχόμενα" ως εξής
Ι. Η περιπλοκότητα διερεύνησης του θέματος (Αντί εισαγωγής).
ΙΙ. Ουμανιστική ερμηνεία (INTERPRETAΤION) της σοσιαλιστικής πραγματι­κότητας.
.:Ι. Σχέση οράματος και επαναστατικής πράξης στο φως της ιστορικής πραγματικότητας.
Ι/α. Κατάσταση ανάγκης και εκφυλισμός του οράματος (Σύντομος χαρα­κτηρισμός ταυ "πολεμικού' κομμουνισμού°').
Ι/β. Επιστροφή στην πραγματικότητα-αποκατάσταση σύνδεσης οράματος και επαναστατικής πράξης (Εκτίμηση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής - ΝΕΠ -και της περιόδου της ανασυγκρότησης).
Ι/ν. Επαναστατική αλλαγή της πραγματικότητας με τη μέθοδο της εφόδου-επανεμφάνιση της "ιδεολογικοποίησης" του οράματος (Εκτίμηση της "Μεyάλης Στροφής" - κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας και βιαστική εκβιομηχάνιση).
2. Συγκεντρωτισμός και ανάπτυξη της κοινωνικής και της ανθρώπινης δραστηριότητας.
2/α. Συγκεντρωτικό οικονομικό σύστημα - κοινωνικές και ανθρώπινες επιπτώσεις.
2/β. Συγκεντρωτική νπερδομή - δυνατότητες και περιοριστικά όρια ανά­πτυξης του σοσιαλιστικού ανθρώπου.
2/y. Κριτική της πραγματικότητας και εκφυλισμός τον όπλού της κρι­τικής (πρόοδος και πισωδρόμηση συγχρόνως).
ΙΙΙ_ Επανασύνδεση του οράματος και της επαναστατικής πράξης σε ανώτερο επίπεδα (0 σημερινός σοσιαλισμός).
1. Ιστορική σταθεροποίηση του σοσιαλισμού (ο σοσιαλισμός ως κίνημα και. ως κατάσταση).
2. Το όραμα του ολοκληρωμένου ανθρώπού στο φως της πραγματικότητας (flννατότητες και όρια).
α, Αιτίες προβολής του "ολοκληρωμένου ανθρώπου".
3. Η φύση τον σοσιαλισμού και το όραμα του ολοκληρωμένου ανθρώπου (Συνύφανση και αντίθεση παρελθόντος και παρόντος).
Η άρθρωση της διατριβής απεικονίζεται στα "Περιεχόμενα" ως εξής
Ι. Η περιπλοκότητα διερεύνησης του θέματος (Αντί εισαγωγής).
ΙΙ. Ουμανιστική ερμηνεία (INTERPRETAΤION) της σοσιαλιστικής πραγματι­κότητας.
.:Ι. Σχέση οράματος και επαναστατικής πράξης στο φως της ιστορικής πραγματικότητας.
Ι/α. Κατάσταση ανάγκης και εκφυλισμός του οράματος (Σύντομος χαρα­κτηρισμός ταυ "πολεμικού' κομμουνισμού°').
Ι/β. Επιστροφή στην πραγματικότητα-αποκατάσταση της σύνδεσης οράματος και επαναστατικής πράξης (Εκτίμηση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής - ΝΕΠ -και της περιόδου της ανασυγκρότησης).
Ι/ν. Επαναστατική αλλαγή της πραγματικότητας με τη μέθοδο της εφόδου-επανεμφάνιση της "ιδεολογικοποίησης" του οράματος (Εκτίμηση της "Μεyάλης Στροφής" - κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας και βιαστική εκβιομηχάνιση).
2. Συγκεντρωτισμός και ανάπτυξη της κοινωνικής και της ανθρώπινης δραστηριότητας.
2/α. Συγκεντρωτικό οικονομικό σύστημα - κοινωνικές και ανθρώπινες επιπτώσεις.
2/β. Συγκεντρωτική υπερδομή - δυνατότητες και περιοριστικά όρια ανά­πτυξης του σοσιαλιστικού ανθρώπου.
2/y. Κριτική της πραγματικότητας και εκφυλισμός τον όπλού της κρι­τικής (πρόοδος και πισωδρομήσει συγχρόνως).
ΙΙΙ_ Επανασύνδεση του οράματος και της επαναστατικής πράξης σε ανώτερο επίπεδα (0 σημερινός σοσιαλισμός).
4. Ιστορική σταθεροποίηση του σοσιαλισμού (ο σοσιαλισμός ως κίνημα και. ως κατάσταση).
5. Το όραμα του ολοκληρωμένου ανθρώπού στο φως της πραγματικότητας (δυνατότητες και όρια).
α, Αιτίες προβολής του "ολοκληρωμένου ανθρώπου".
6. Η φύση τον σοσιαλισμού και το όραμα του ολοκληρωμένου ανθρώπου (Συνύφανση και αντίθεση παρελθόντος και παρόντος).

H Αριστερά που αρνείται δογματικά το παρελθόν της δεν έχει μέλλον

Είναι πολλοί εκείνοι στο χώρο της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς,γενικότερα της αριστεράς πέραν του ΚΚΕ, οι οποίοι απορρίπτοντας τον σταλινισμό, με αποκλειστική έμφαση στο δικτατορικό καθεστώς και στη σταλινική βαρβαρότητα, με κορύφωση τις δίκες σκοπιμότητας και τα γκουλάκ, αρνούνται συνολικά όλη την παράδοση της Αριστεράς που είναι συνδεδεμένη με την αντίληψη και την πρακτική του σταλινισμού. Αρνούνται να αναγνωρίσουν τα θετικά στοιχεία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αρνούνται να δεχτούν ότι και το εγχείρημα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια σταλινική αντίληψη είναι μέρος της ιστορίας της Αριστεράς. Κοντολογίς: αρνούνται την εφαρμογή της διαλεκτικής της συνέχειας- ασυνέχειας για όλη αυτή την περίοδο όταν κυρίαρχος στο κομμουνιστικό κίνημα ήταν ο σταλινισμός. Η άρνηση αυτή πιο έντονα και με απόλυτο τρόπο αφορά τη στάση τους απέναντι στον υπαρκτό σοσιαλισμό, απέναντι σε όλη αυτή την παράδοση, με την οποία θεωρούν ότι η σύγχρονη αριστερά δεν πρέπει να έχει καμία σχέση. Ούτε καν μια σχέση κριτικής μελέτης αυτής της παράδοσης. Πιστεύουν ότι η σύγχρονη Αριστερά πρέπει να αρνηθεί ολοσχερώς αυτή την παράδοση Πιστεύουν ότι αυτό είναι αναγκαίος όρος για την αποκατάσταση των αρχών και αξιών της, που έχουν αμαυρωθεί. Αυτή η αντίληψη έχει αναζωπυρωθεί τελευταία με αφορμή την 20-η επέτειο από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, που συμβολίζει την αρχή της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σ αυτή την αντίληψη της συνολικής άρνησης είναι και όσοι μετά την πτώση της Σ.Ε., ή και νωρίτερα, απολυτοποιώντας τη θέση ότι «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρχει» μιλούν με μια δόση ειρωνείας, περί «αν – ύπαρκτου «υπαρκτού» σοσιαλισμού», που και συναισθηματικά ενισχύει τη λογική πως ό,τι δεν υπάρχει δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης, ούτε και θέμα συζήτησης.

Όλοι αυτοί, ο καθένας με το δικό του τρόπο έκφρασης, συνδέουν το νέο ξεκίνημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς με την συνολική απόρριψη αυτής της φάσης της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. Η ίδια αντίληψη εμφανίζεται και από αριστερούς που συνδέουν αυτή τη στάση με την αναγκαία επιστροφή στο Μαρξ ή και στο Λένιν της οκτωβριανής επανάστασης. Αυτή η αντίληψη ενισχύεται από την κίνηση για την αποκατάσταση της ιδέας του κομμουνισμού η οποία πιστεύει ότι για το σκοπό αυτό η Αριστερά πρέπει να σβήσει από τη μνήμη της κάθε τι που έχει σχέση με την ιστορία του τριτοδιεθνιστικού κομμουνιστικού κινήματος, μετά το Λένιν.

Σε μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της άποψης περί «ανύπαρκτου «υπαρκτού» σοσιαλισμού» μιλούν για τη δήθεν πλήρη αποξένωση αυτών των λαών από το καθεστώς, αφήνοντας την εντύπωση ότι όλοι οι άνθρωποι, όλα τα κοινωνικά στρώματα, έριξαν το ανάθεμα στην πραγματικότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Αυτό γίνεται χωρίς τη συγκεκριμένη συνολική γνώση γενικά και για κάθε χώρα. Δεν τους ενδιαφέρουν οι καθεστωτικές αποκλίσεις και διαφορές από χώρα σε χώρα. Ο όρος «υπαρκτός σοσιαλισμός» καταργεί αυτές τις αποκλίσεις και τις διαφορές. Εξομοιώνει όλα τα καθεστώτα με το σοβιετικό σταλινικό καθεστώς, απολυτοποιώντας το γεγονός ότι για όλες αυτές τις χώρες το σοβιετικό σύστημα λειτουργούσε ως πρότυπο, το οποίο ωστόσο στο επίπεδο της εφαρμογής του παρουσιάζει αξιοσημείωτες αλλαγές, ανάλογα με τη χώρα. Για παράδειγμα: ο «κανταρικός σοσιαλισμός» δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με εκείνον του Τσαουσέσκου, αλλά ούτε με το σοβιετικό σοσιαλισμό. 

Η κίνηση για την αναστύλωση της ιδέας του κομμουνισμού ,που, ορθώς, βρίσκει υποστηρικτές και σε μας, συνοδεύτηκε με τη συγγραφή κάποιων άρθρων που διαπνέονται από το παραπάνω πνεύμα. Εδώ έχω υπόψη μου το ένθετό Εντός της εφημερίδας Η ΕΠΟΧΗ (8.11.2009) με κείμενα που αναφέρονται στο συνέδριο για τον κομμουνισμό, που έγινε πρόσφατα στο Λονδίνου. Στο προεισαγωγικό σημείωμα αυτού του ένθετου με τον τίτλο . Με αφορμή μια επέτειο (την πτώση του τείχους- Θ.Β.) και ένα συνέδριο, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής : « Το φάντασμα (του κομμουνισμού- Θ.Β.) δεν φαίνεται ακόμα να έχει αρχίσει το ταξίδι του ¨πανω από την Ευρώπη¨- και όχι μόνο. Προφανώς, η κολοσσιαία αποτυχία του ¨ανατολικού στρατοπέδου¨, των λαϊκών δημοκρατιών, των οποίων την εξαφάνιση από το χάρτη κανείς λαός δε βρέθηκε να θρηνήσει, έχει παίξει καθοριστικό ρόλο. Τα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν ίσως είναι χρόνος μικρός για την απομάκρυνση της σκουριάς που απέθεσαν πάνω στο πιο όμορφο από τα όνειρα της ανθρωπότητας…» (η έμφαση από μένα – Θ.Β.). 

Είναι προφανής νομίζω η πρόθεση των αρθογράφων να σβηστεί από την ιστορική μνήμη της Αριστεράς αυτό το τμήμα της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος για να μπορέσει – όπως πιστεύουν, προφανώς- η σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά να κάνει ένα νέο ξεκίνημα γράφοντας την ιστορία της από την αρχή, σε ένα ηθικά και πολιτικά λευκό χαρτί, με αμόλυντη την ιδέα του κομμουνισμού. Δεν νομίζω ότι αυθαιρετώ αναδεικνύοντας αυτό το συνειρμό, που υποκρύπτεται πίσω από την παραπάνω θέση – άποψη. 

Πρόκειται για εμπεδωμένη πεποίθηση στην συνείδηση πολλών, νομίζω, ανθρώπων του χώρου της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς ή και του ευρύτερου χώρου της πέραν τους ΚΚΕ Αριστεράς, που λειτουργεί με όρους απόλυτης βεβαιότητας- δογματικά. Από αυτούς του ανθρώπους δεν μπορεί να περιμένει κανείς μια αντικειμενική κριτική στάση απέναντι στον υπαρκτό σοσιαλισμό, με σκοπό την ανάδειξη κάποιων θετικών πλευρών του , που μπορούν να χρησιμεύσουν σε μια προσπάθεια για την επανίδρυση της Αριστεράς, καθιστώντας αμφίβολη έως και αδύνατη αυτή την προσπάθεια.

Για την ευόδωση της κίνησης που στοχεύει στην επανίδρυση της Αριστεράς είναι αδήριτη ανάγκη η κριτική θεώρηση της ιστορίας της και όχι η δογματική απόρριψή της! Είναι ανάγκη να ξεπεραστεί η αδυναμία της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς να αναγνωρίσει το γεγονός ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε θετικές πλευρές χρήσιμες και για μας σήμερα – ανάλογα βέβαια με τη χώρα στην οποία αναφερόμαστε. Η Αριστερά οφείλει να σκέπτεται και να κινείται με αναφορά και με βάση την πραγματικότητα, με όλες τις αντιφάσεις της. Η ιστορία της είναι μέρος της δικής της πραγματικότητας.. …

Χρειάστηκε ένα άρθρο της βρετανικής εφημερίδας Γκάρντιαν (The Guardian) για να μας επαναφέρει σ αυτή την πραγματικότητα.. Στο άρθρο αυτό με τον τίτλο Το πραγματικό μάθημα του 1989, η εφημερίδα αναφέρεται στην αδυναμία της Δύσης να αναγνωρίσει ότι «το κομμουνιστικό σύστημα είχε και πλεονεκτήματα. Η Γερμανική Λαοκρατική Γερμανία, γράφει, ήταν η πατρίδα των Στάζι, των ελλείψεων και του Τείχους, αλλά είχε ένα από τα καλύτερα συστήματα πρόνοιας για την παιδική ηλικία στον κόσμο και μεγαλύτερη ελευθερία στους χώρους εργασίας από αυτή που απολαμβάνουν οι περισσότεροι εργαζόμενοι στη σημερινή Γερμανία. Οι λόγοι αυτοί μαζί με την ταπείνωση της προσάρτησης βρίσκονται πίσω από το αποτέλεσμα της φετινής σφυγμομέτρησης του περιοδικού Spiegel, που συμπεραίνει ότι το 57% των Ανατολικογερμανών πιστεύουν ότι η ΓΔΛ «είχε περισσότερες καλές πλευρές παρά κακές», με ακόμη και τους νεότερους σε ηλικία να απορρίπτουν την ιδέα ότι το κράτος ήταν δικτατορικό. Όπως και μόλις ένας στους πέντε Ούγγρους πιστεύει ότι η χώρα άλλαξε προς το καλύτερο μετά το 1989, μόνον το 11% των Βουλγάρων θεωρεί ότι οι αλλαγές ωφέλησαν τους απλούς ανθρώπους ενώ οι περισσότεροι Ρώσοι και Ουκρανοί μετανιώνουν για τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης».( Η ΑΥΓΗ, 14.11.2009).

Παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις στην Ουγγαρία, ειδικότερα σε ότι αφορά τη στάση των σημερινών Ούγγρων απέναντι στο σοσιαλιστικό παρελθόν τους, μπορώ ανεπιφύλακτα να υιοθετήσω το αποτέλεσμα της σφυγμομέτρησης του Spiegel. Δεν είναι του παρόντος να προχωρήσω στη συγκεκριμένη τεκμηρίωσή του. Αν υπάρχει ενδιαφέρον γι αυτό είμαι έτοιμος να προχωρήσω σε ευρεία τεκμηρίωση ειδικότερα σε ότι αφορά το πολιτιστικό γίγνεσθαι της «εποχής Κάνταρ». Μπορώ να πω, με συγκεκριμένες αναφορές, ότι σήμερα δεν υπάρχει σοβαρός καλλιτέχνης και διανοούμενος στην Ουγγαρία που έζησε εκείνη την περίοδο που να αμφισβητεί το γεγονός ότι (παρά τους περιορισμούς της πολιτιστικής πολιτικής των τριών Τ :Tamogatas, Tures, Tiltas. Α: Αρωγή, Ανοχή, Απαγόρευση) η Ουγγαρία την περίοδο αυτή είχε ζήσει μια χωρίς προηγούμενο πολιτιστική άνθιση, που σε κανένα σημείο δεν συγκρίνεται με τη σημερινή κατάσταση. Αλλά, και η καθημερινή ζωή του μεγαλύτερου μέρους των Ούγγρων δεν μπορεί να συγκριθεί με τη ζωή αυτής της περιόδου.

Όμως εμφανίζεται το παράδοξο, οι Ούγγροι να μην θέλουν την επάνοδο στο καθεστώς Κάνταρ και το Εργατικό Κόμμα που είναι η συνέχεια του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (κομμουνιστικού) να μην μπορεί να φτάσει το όριο του 4% του εκλογικού σώματος για να μπει στη βουλή. Από αυτή την άποψη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ή πρώτη, μάλλον, διατριβή που έγινε με θέμα τη στάση των Ούγγρων εργαζομένων απέναντι στο καθεστώς Κάνταρ, απέναντι στον «κανταρικό σοσιαλισμό». Από ειδικές συνεντεύξεις με τους εργαζόμενους του υποδειγματικού εργοστασίου κατασκευής αμαξοστοιχιών Raba της πόλης Γκιουρ, προέκυψε ότι παρά τις ασύγκριτα με το σήμερα ευνοϊκές συνθήκες του εργαζόμενου η πλειοψηφία τους δεν επιθυμεί την επάνοδο στο καθεστώς Κάνταρ. Θα πρέπει να πω ότι το εργοστάσιο αυτό ήταν από τις επιχειρήσεις με σύγχρονη τεχνολογία. Απασχολούσε 20.000 εργαζόμενους, είχε παιδικούς σταθμούς, εστιατόρια για τους εργαζόμενους, αθλοπαιδιές, μεγάλη βιβλιοθήκη προσβάσιμη για όλους τους εργαζόμενους, μορφές πρόσβασης στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας και της πόλης του Γκιουρ, προγράμματα εργατικής κατοικίας… Μετά την αλλαγή του καθεστώτος πέρασε στα χέρια ιδιωτών (πουλήθηκε). Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι νέοι ιδιοκτήτες ήταν η κατάργηση της βιβλιοθήκης, των παιδικών σταθμών… Τώρα εργάζονται σ αυτό το εργοστάσιο 2.000, με την ανεργία ως δαμόκλειο σπάθη να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους… Κι όμως οι περισσότεροι δήλωσαν ότι δεν θέλουν την επιστροφή στο καθεστώς Κάνταρ. (Η έρευνα με προσωπικές συνεντεύξεις έγινε το 2002-2003). Είναι προφανές ότι πρόκειται για φαινόμενο που απαιτεί ειδική μελέτη.
----------------------------
Για περισσότερα παραπέμπω στη συνέντευξη που έδωσε η ουγγαρέζα κοινωνιολόγος Bartha Erysebet στο περιοδικό hvg, δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 Ιουλίου 2009.
----------------------------------------------------------- 

Δεν είναι του παρόντος η αναφορά σε άλλα άρθρα και σφυγγομετρήσεις, που τώρα, με την οικονομική κρίση, πληθαίνουν και που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι Ούγγροι αναπολούν την εποχή του Γιάνος Κάνταρ. Είναι νομίζω χαρακτηριστικό ένα σλόγκαν με πολλά μηνύματα που κυκλοφορεί στο χώρο των συνταξιούχων: Μιλά ένας αντιπροσωπευτικός συνταξιούχος που έζησε την εποχή Κάνταρ και λέει: 10 φορίντ (forint) κάνει το ζεστό lángos ( ένα είδος αλμυρού λουκουμά σε μορφή λαγάνας, πολύ αγαπητό ιδιαίτερα στους φτωχούς, αλλά και με ευρύτερη αποδοχή) – να χέσω τον Κάνταρ Γιάνος/ 20 φορίντ κάνει το ζεστό λάνγκος- να ζει για πάντα ο Κάνταρ Γιάνος/ 50 φορίντ κάνει το ζεστό λάνγκος- τι θα γίνει με μας Κάνταρ Γιάνος/100 φορίντ κάνει το κρύο λάνγκος. Έλα πίσω Κάνταρ Γιάνος/Ο συνταξιούχος δεν έχει λάνγκος. Δεν μπορεί πλέον να βοηθήσει ο Κάνταρ Γιάνος.

Ανανέωση και ριζοσπαστισμός στην Αριστερά

Ανανέωση και Ριζοσπαστισμός στην Αριστερά (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)

Στο προηγούμενο άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ με τον τίτλο Ανανέωση: μια τομή χωρίς συνέχεια ( Η ΕΠΟΧΗ,11.22.2005) αναφερόμενος στο ερώτημα «Τι είναι τελικά η Ανανεωτική Αριστερά;», διατύπωσα την άποψη ότι ιστορικά, αλλά και ουσιαστικά η οποιαδήποτε προσπάθεια για την απάντηση αυτού του κρίσιμου ερωτήματος, η οποία εκκρεμεί, οφείλει να καταπιαστεί με τη μελέτη της ιστορίας του ΚΚΕ εσωτερικού, με αιχμή το καινούριο που έφερε στη σκέψη του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος στη χώρα μας, με κορύφωση την υιοθέτηση των ιδεών του ευρωκομμουνισμού.

Μετά τη διάλυση του ΚΚΕ εσωτερικού αυτή η προσπάθεια έμεινε μετέωρη. Σε συλλογικό επίπεδο παρακολουθείται σταθερά μόνον από την ΕΠΟΧΗ (επομένως και την ΑΚΟΑ), κυρίως με τη δημοσίευση κειμένων που κινούνται στο πνεύμα της ριζοσπαστικής ανανεωτικής αριστε-ράς, που εκπροσωπούσε το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα. Για την άλλη αριστερά που αυτο-προσδιορίζεται ως ανανεωτική ακολούθησε μια περίοδος ασάφειας που κρατά ως τα τώρα, η οποία έχει να κάνει με την αποκοπή της έννοιας της ανανέωσης από την κομμουνιστική, τη μαρξιστική εν γένει, καταβολή της, γινόμενη έτσι μια έννοια που στις συνειδήσεις πολλών έφτασε σήμερα να σηματοδοτεί την αντιπαράθεσή της προς τη ριζοσπαστική αριστερά. Αυτό μαζί με το γεγονός πως ό,τι έγινε συνήθεια να ονομάζεται ανανεωτική αριστερά στη χώρα μας κινηματικά δεν μπόρεσε να αποδώσει τα προσδοκώμενα, καθιστά αναγκαία την ανάδειξη του πραγματικού νοήματός της, του ριζοσπαστικού περιεχομένου της. Και είναι αυτό ακριβώς το ζητούμενο. Στη δρομολόγηση αυτής της πολυσύνθετης διαδικασίας, στην οποία θα πρέπει να συγκλίνουν, περισσότερο ή λιγότερο κατασταλαγμένες προσπάθειες και άλλων, προσδοκώ να συμβάλλω με το κείμενο που ακολουθεί
Εξαρχής θα πρέπει να πω ότι το εύρος αυτού του κειμένου διαμορφώθηκε ύστερα και από την τοποθέτηση των συνταχτών του άρθρου Ο διάβολος της κριτικής και της ενότητας (Χ. Γεωργούλας, Π. Κλαυδιανός, ΕΠΟΧΗ 24 -25, 12. 2005), στο οποίο με εξαιρετική ευστοχία σχολιάζουν το περίεργο, ας το πω έτσι, άρθρο του Άγγελου Ελεφάντη Ανανεωτική Αριστερά: Τέρμα; Όχι βέβαια, (Ενθέματα «Αυγής» 11. 12. 2005). Στο άρθρο τους αυτό αναφερόμενοι στην ανανέωση στο χώρο της αριστεράς (συμπεριλαμβάνοντας στο χώρο αυτό και τη σύγχρο-νη μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία – αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα, με το οποίο κρίνω ότι εδώ δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθώ), γράφουν τα εξής : «Η κυρίαρχη σήμερα σοσιαλδημο-κρατία έχει επιλέξει τη δική της ανανέωση, θεωρητική και πολιτική. Η μη σοσιαλδημοκρατική αριστερά είναι που έχει το πρόβλημα και οφείλει να το λύσει με διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο που συνιστά ο “τρίτος δρόμος“ του μπλερισμού, της θεωρητικής και πολιτικής παρά-δοσης στο νεοφιλελευθερισμό». «Για την ώρα, γράφουν, υπάρχει μόνον μια σχετικά επεξερ-γασμένη στρατηγική, αυτή του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό. Με τη στρατηγική αυτή η ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά προσέρχεται στο πεδίο της θεωρίας και της πολιτικής, που είναι πεδίο αντιπαράθεσης και αναζήτησης μιας νέας ενότητας ταυτόχρονα. Αν δεν κριθεί αυτό το στρατηγικής σημασίας ζήτημα με όρους ευνοϊκούς για την ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά, η μόνη εναλλακτική λύση που υπάρχει, είναι η διαιώνιση της όλο και πιο δογματικής κυριαρχίας στο χώρο της κομουνιστικής αριστεράς, από τη μια, και της επικυ-ριαρχίας της όλο και πιο συντηρητικής σοσιαλδημοκρατίας κι ευρύτερης αριστεράς, από την άλλη.

Κάθε βήμα που θα κάνει η ανανεωτική – κομμουνιστική και ευρύτερη – αριστερά σ αυτό το δικό της δρόμο, στη δική της ανανέωση, θα αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο πίεσης όχι μόνο προς την ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά και προς τις αριστερές δυνάμεις στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας να αντιδράσουν και να αντιταχθούν στην ιδεολογική και πολιτική παράδοση του νεοφιλελευθερισμου».

Θα συμφωνούσα πλήρως με αυτή την εκτίμηση αν πίστευα ότι η «στρατηγική» (εγώ θα έλεγα η ιδέα) του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό είναι ικανή για την αποτελε-σματική αντιπαράθεση στο πεδίο της θεωρίας και της πολιτικής με το δογματικό ΚΚΕ και για την αναζήτηση μιας νέας ενότητας της αριστεράς.

Βασισμένος στην 35- ετή εμπειρία από την δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού και του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος , αργότερα, αλλά και στις μελέτες που απεικονίζουν και εκτιμούν αυτή την εμπειρία, μαζί και στις δικές μου μελέτες, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το εύρος αυτής της ιδέας δεν είναι επαρκές για μια αντιπαράθεση, που θα εξασφά-λιζε την υπεροχή των δυνάμεων της ριζοσπαστικής ανανέωσης έναντι του δογματικού ΚΚΕ, και πολύ λιγότερο είναι επαρκές για την ενότητα της αριστεράς. Η αναφορά στη συνιστώσα του δημοκρατικού δρόμου από μόνη της δεν πείθει ότι αποτελεί ικανή βάση για την ανάπτυξη της αναγκαίας επαναστατικής θεωρίας της .σύγχρονης αριστεράς, δηλαδή του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού. Εξάλλου, αυτή ήταν μάλλον η σημαντικό-τερη αιτία για το θεωρητικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, με αρνητικές επιπτώσεις και στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και πρακτικής. Μάλιστα, η δογματική θα μπορούσε να πει κανείς, αξιωματική εμμονή σε αυτή τη βασι-κή, οπωσδήποτε, συνιστώσα της σύγχρονης ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, από τη μια ακύρωνε την όποια ευρύτερη αντίληψη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού, ενώ από την άλλη οδήγησε πολλούς από το χώρο του ευρωκομμουνισμού, στην αρχή στη λογική της παραδοσιακής σοσι-αλδημοκρατίας, σε μια φάση της ιστορίας της, όταν ήδη είχε αρχίσει η διαδικασία μετάλλαξής της, με κατάληψη τον σημερινό εγκλωβισμό της στη λογική, αλλά και την πολιτική πρακτική του νεοφιλελευθερισμού, στην οποία πολλοί από αυτούς επίσης έχουν εγλωβιστεί.

Το πρόβλημα της ριζοσπαστικής ανανέωσης της αριστεράς συναρτάται με την ικανότητα εκείνων που πιστεύουν σ αυτή να διευρύνουν τον προβληματισμό τους κατά τρόπο που να αγκαλιάζει όλο το φάσμα των θεμάτων που η μελέτη τους κατατεί-νει στον κριτικό θεωρητικό επαναπροσδιορισμό της αριστεράς με αναφορά στη νέα πραγματικότητα, στα νέα προβλήματα και τις νέες δυνατότητες, αλλά και τις νέες δυσκολίες ουσιαστικής παρέμβασής της στο κοινωνικό – ιστορικό γίγνεσθαι. Μια τέτοια συλλογική προσπάθεια προϋποθέτει τη συνολική κριτική θεώρηση του θεωρη-τικού και του πολιτικού μαρξισμού και λενινισμού, πρώτα και κύρια του μαρξικού έργου, και τις διάφορες εκφράσεις που γνώρισε στην μέχρι τώρα ιστορία. του. Από μια τέτοια συλλογική προσπάθεια η σημερινή αριστερά θα πρέπει να αναδείξει τις σταθερές μεταβλητές από το έργο του Μαρξ και των κορυφαίων θεωρητικών του μαρξισμού, να προσδιορίσει τα κενά, τις ελλείψεις που υπάρχουν σε αυτή τη θεωρητι-κή παράδοση, καθώς και τα σημεία που η ιστορία έχει υπερβεί την ισχύ τους, ενώ παράλληλα θα πρέπει να εμπλουτίσει την επαναστατική κριτική μαρξιστική θεωρία και πολιτική φιλοσοφία, με τα αναγκαία νέα λειτουργικά στοιχεία. Αυτό θα πρέπει να γίνει σε μια αντίληψη της συνέχειας και της ασυνέχειας. Ως συμβολή σε μια τέτοια προσπάθεια καταθέτω το κείμενο που ακλουθεί. Και θα πρέπει να πω ότι για πολλά από τα θέματα που μπορούν να ενταχθούν σε μια τέτοια συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια, υπάρχει μια ,μεγαλύτερη ή μικρότερη, επάρκεια μελετών. 

*****
Η Αριστερά με το έργο του Μαρξ εμφανίζεται στην θεωρητική σκέψη, αλλά και στην πολιτική σκηνή ως αναγκαία συνιστώσα της ιστορίας. Εκφράζει μιαν αναγκαιότητα η οποία έχει να κάνει με τη διαλεκτική εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας, ειδικότερα με τη διαλεκτική της πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και τις δυνάμεις της εργασίας, που από την υπερίσχυση του δεύτερου σκέλους της θα εξαρτηθεί η πορεία εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού, ακόμα και η ίδια η τύχη της ανθρωπότητας. Πρόκειται για αλήθεια η οποία για την αυθεντική μαρξιστική αριστερά λειτουργεί ως αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα, που διέπει τη σκέψη της και τη στάση της απέναντι στο κοινωνικό, το ανθρωπολογικό και το πολιτισμικό πρόβλημα που δημιουργεί η παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου. Η αριστερά είναι (οφεί-λει να είναι ) η συνεπής ως το τέλος συνειδητή πολιτική έκφραση των δυνάμεων της εργασίας, γενικότερα των κοινωνικών δυνάμεων τα συμφέροντα των οποίων συνα-ντώνται με το γενικό συμφέρον της ανθρωπότητας που οδηγείται από το σύγχρονο καπιταλισμό, από το Κεφάλαιο, στη βαρβαρότητα, Η εξέλιξη της ανθρωπότητας, του ανθρώπινου πολιτισμού έχει φτάσει σε ένα επίπεδο που η ύπαρξη της εξουσίας του κεφαλαίου αποτελεί την αιτία και τον πυρήνα μαζί του δραματικά οξυμένου κοινωνικού και ανθρώπινου προβλήματος της εποχής μας.

Καμιά ψευτοθεωρία περί της εποχής των αβεβαιοτήτων δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτή την αλήθεια. Η ύπαρξη κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, και η ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, πυροδοτεί ξανά και ξανά τους ταξικούς αγώνες των εργαζομέ-νων, και των καταπιεζομένων γενικότερα η έκβαση των οποίων εξαρτάται από το βαθμό που η αριστερά μπορεί να σταθεί επικεφαλής σ αυτούς τους αγώνες ανοίγοντας μπροστά τους την προοπτική της ριζικής υπέρβασης αυτής της αντίθεσης, σε μια προοπτική δημιουργίας της αταξικής κοινωνίας.
Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική δύναμη που να μπορεί αυτόν τον ιστορικό στόχο της αριστεράς να τον μετατρέψει σε έναν ιστορικά αρθρωμένο και πολιτικά λειτουργικό σύγχρονο πρόγραμμα δημιουργικής παρέμβασης στο κοινωικόι-στορικό γίγνεσθαι , παρά μόνον η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά. Μπορεί να το κάνει μόνον η αριστερά η οποία , μελετώντας κριτικά και τη θεωρητική κληρονομιά του Μαρξ, μπορεί να εκφράσει την πεμπτουσία και το σύγχρονο περιεχόμενο της κοινωνι-κής φιλοσοφίας και της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας του, σε συνάρτηση και με την θεωρία της επανάστασης. .Κάθε άλλη θεωρία είναι αυτοκαταστροφική για την αριστερά και για την υπόθεση της αριστεράς – το σοσιαλισμό. Το ίδιο αυτοκαταστροφική είναι και η δογματική ερμηνεία και εφαρμογή της θεωρητικής κληρονομιάς του Μαρξ, του Έν-γκελς και του Λένιν.

Η αριστερά δεν είναι μια δεδομένη κατάσταση. Υπάρχει μόνον και εφόσον μπο-ρεί να εκφράσει σε θεωρητικό επίπεδο και να μεταφράσει σε πολιτικό λόγο και σε πολιτική πράξη τη δυναμική της ιστορικής κίνησης, με σκοπό την αλλαγή του κόσμου. Με αυτή την έννοια η ανανέωση είναι μέσα στη φύση της αριστε-ράς. Ανανέωση σε όλα τα επίπεδα και τις μορφές έκφρασής της: στη θεωρία, στην πολιτική, στην οργάνωση και τη λειτουργία της 
Η ανανέωση της σύγχρονης αριστεράς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της ως επαναστατικής δύναμης,, που στοχεύει στην ανατροπή του καπιταλισμού και στη δρομολόγηση της ιστορικής διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό. Αυτό είναι το νόημα, αλλά μαζί και το κριτήριο της ανανέωσης. Αυτό ήταν πάντα το κριτήριο της ανανέωσης της αριστεράς σε όλη την ιστορική διαδρομή της στην ιστορία από το Μαρξ μέχρι σήμερα. Από αυτή την άποψη όλες οι επιτυχίες της ήταν συνάρτηση αυτής της συνθήκης. Αυτό μας διδάσκει η ιστορία. Αυτό είναι και το πνεύμα το οποίο θα πρέπει να κυριαρχήσει στην αριστερά που αυτοπροσδιορίζεται ως «ανανεωτική».Αυτό είναι το πνεύμα της συνέχειας μέσα από την ασυνέχεια στην ιστο-ρία της. 
Η διαδικασία της ανανέωσης δεν ευνουχίζει τον εγγενή ριζοσπαστισμό της αριστεράς αλλά αντίθετα τον ενισχύσει, τον κάνει πολιτικά, κοινωνικά, αλλά και πολιτιστικά περισ-σότερο λειτουργικό. Αυτό τη συνδέει με όλη την προηγούμενη ιστορία της επαναστατι-κής αριστεράς, με τις πολλαπλές εκφράσεις της, με σταθερή τη συνεπή ως το τέλος στάση της στη μεριά των δυνάμεων της εργασίας εναντίον των δυνάμεων του κεφαλαίου, στη μεριά των καταπιεζόμενων ( ανθρώπων και λαών) εναντίον των καταπιεστών. 

Με βάση τα παραπάνω οι έννοιες «ανανεωτική αριστερά» και «ριζοσπαστική αριστε-ρά» προσδιορίζουν ένα και το αυτό πράγμα.- με την κρίσιμη διευκρίνηση ότι ο λειτουρ-γικός ριζοσπαστισμός είναι το κριτήριο της ανανέωσης και μαζί ο σκοπός της ανανέ-ωσης της αριστεράς. Η ανανέωση δεν μπορεί να οδηγεί στην έκπτωση του ριζοσπα-στιμού της αριστεράς, αλλά στην ενίσχυσή του, καθιστώντας τον πολιτικά αποτελεσμα-τικό στη νέα πραγματικότητα. Ανανέωση με λειτουργικό πλαίσιο τα δυνητικά όρια «βελτίωσης» του καπιταλισμού, συνιστά αναίρεση του ριζοσπαστικού, του επαναστατι-κού πνεύματος της αριστεράς, συνιστά άρνηση του αυτοπροσδιορισμού της ως αρι-στεράς. Συνιστά αυτοάρνηση ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτεται πίσω από το ασαφές σύνθημα «σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν, αλλάζει και η αριστερά», που για μια δεκαετία είχε λειτουργήσει στη χώρα μας, για πολλούς, ως το ιδεολογικό άλλοθι της αριστερής αυτοαναίρεσής τους.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η διαδικασία ανανέωσης της αριστεράς περικλείνει το στοιχείο της άρνησης και της αναθεώρησης – με τη σωστή έννοιά της λέξης, δηλαδή της κριτικής θεώρησης και στάσης απέναντι σε ότι πιστεύαμε και σε ότι κάναμε ως αριστερά, σε ότι πίστευε και ότι έκανε το αριστερό επαναστατικό κίνημα, με κορμό το επαναστατικό εργατικό κίνημα που λειτούργησε κάτω από την ιδεολογική σημαία του μαρξισμού, αλλά και του λενινισμού. ως τη συγκεκριμένη έκφρασή του μαρξισμού στον περασμένο αιώνα.

Σκοπός αυτής της διεργασίας είναι η ανάδειξη των θεωριών, των μεθόδων, των αρ-χών και αξιών της αριστεράς με διαχρονική ισχύ, με την παράλληλη τροποποίηση ή και απόρριψη ξεπερασμένων ιδεών και αρνητικών πρακτικών της , καθώς και την ανάδειξη νέων ιδεών και πρακτικών που καθιστούν το ριζοσπαστισμό της σύγχρονης αριστεράς λειτουργικό στα ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας (για το σύνθετο αυτό πρόβλημα υπάρχει μια ιδιαίτερα αξιόλογη βιβλιογραφία, η οποία περιμένει τη συνολική εκτίμησή της ή και επανεκτίμησή της από τη σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά).

Η διεργασία αυτή για να είναι, όπως είπα, αποτελεσματική οφείλει να πραγματοποιηθεί σε μια αντίληψη της συνέχειας και της ασυνέχειας στην ιστορία της επαναστατικής αριστεράς από το Μαρξ μέχρι και σήμερα. 

Με δεδομένη την απόρριψη από το Μαρξ και το κομμουνιστικό κίνημα (αλλά και από την μπερνσταινική έκφραση του εργατικού κινήματος) του αναρχισμού, κύρια μορφή έκφρασης της ασυνέχειας για τη σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά είναι η απόρριψη του σταλινισμού, με αιχμή την απόρριψη της πολιτικής φιλοσοφίας του και της δικτατορικής διοικητικής πρακτικής του, μαζί με όλες τις εκφράσεις δογματισμού που τον χαρακτήριζε. 

Λειτουργεί διαφορετικά η οπτική της ασυνέχειας απέναντι σε πλευρές της μαρξικής-μαρξιστικής θεωρητικής κληρονομιάς και της μαρξικής- μαρξιστικής πολιτικής φιλοσο-φίας, όπου η συνέχεια αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της σχέσης με το έργο του Μαρξ. Κατ αρχήν αυτή η στάση θα πρέπει να εφαρμοστεί και απέναντι στο θεωρητικό έργο του Λένιν, στο οποίο κυρίαρχο είναι το στοιχείο της αυτόνομης δημιουργικής παρέμβα-σής του στην ιστορία και στην ίδια τη σκέψη της επαναστατικής αριστεράς. Βέβαια, αυτό που προέχει είναι η στάση μας απέναντι στην κληρονομιά του Μαρξ – αφού κρινόμενη με αυστηρά επιστημολογικά κριτήρια δεν υπάρχει αυτόνομη κοινωνική φιλοσοφία του Λένιν, ενώ υπάρχει το περίγραμμα της δικής του πολιτικής φιλοσοφίας.

Η έννοια της συνέχειας αναφέρεται πρώτα απ όλα στη θεωρητική κληρονομιά του Μαρξ (αλλά και στη γνήσια μαρξιστική θεωρητική κληρονομιά) με διαχρονική ισχύ. Επιγραμ-ματικά, στα όρια αυτού του κειμένου, έκρινα ότι η αναφορά στη θεωρητική κληρονομιά του Μαρξ, μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για δημιουργική κριτική σκέψη και συζήτηση – με την αξιοποίηση βέβαια της ιδιαίτερα πλούσιας βιβλιογραφίας που υπάρ-χει για το σύνθετο αυτό θέμα.- και συγχρόνως ως βάση για την επεξεργασία της επαναστατικής θεωρίας της σύγχρονης αριστεράς, που δεν μπορεί να είναι άλλη από τον κριτικό μαρξισμό, στην καρδιά του οποίου είναι η διαλεκτική αντίληψη του Μαρξ για την ιστορία και για το επαναστατικό κίνημα.

Έτσι, εφαρμόζοντας την οπτική της συνέχειας και της ασυνέχειας, με κυρίαρχο το σκέλος της συνέχειας, ενδείκνυνται οι εξής επισημάνσεις για τη σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά, που επιθυμεί να κατασκευάσει τη δική της κοινωνική και πολι-τική φιλοσοφία, η οποία αναφέρεται στην νέα πραγματικότητα, με τις ιδιαιτερότητές της όσον αφορά και τις δυσκολίες, αλλά και τις δυνατότητες ουσιαστικής ριζικής παρέμβα-σής της στο κοινωνικο- ιστορικό γίγνεσθαι:

• Η διαλεκτική του Μαρξ ως μέθοδος ερμηνείας και αλλαγής του κόσμου, ως συ-στατικού στοιχείου της κοινωνικής φιλοσοφίας του, της αντίληψης του για την ιστορία, με προεκτάσεις στην πολιτική φιλοσοφία και την επαναστατική θεω-ρία της αριστεράς.

• Η φιλοσοφία της εργασίας του Μαρξ, με τις προεκτάσεις της για το θέμα της αλλοτρίωσης σε συνάρτηση και με το προτεινόμενο από το Μαρξ μοντέλο κομ-μουνιστικής κοινωνίας που καταργεί τις κοινωνικές αιτίες του σημερινού καθολι-κού φαινομένου της αλλοτρίωσης (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δυνατό ποτέ σε ατομικό επίπεδο να καταργηθεί παντελώς το φαινόμενο της αλλοτρίωσης), που πέρα και μαζί με την καθοριστική σημασία της για όποιον θελήσει να εξη-γήσει το φαινόμενο της αλλοτρίωσης στον καπιταλισμό, αποτελεί και τον καθο-ριστικό πυρήνα για τη στοιχειοθέτηση του σύγχρονου οράματος της μελλοντι-κής, αυθεντικά ανθρώπινης κοινωνίας, του αυθεντικά ανθρώπινου πολιτισμού – σε συνδυασμό και με τη θεωρία του για την κατάργηση του φαινομένου (και του συστήματος) της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

• Η θεωρία για την αντίθεση, αλλά και για τη διαλεκτική κεφαλαίου και εργασίας, που αποτελεί την πεμπτουσία της μαρξικής- μαρξιστικής κριτικής του καπιτα-λισμού ως του σύγχρονου εκμεταλλευτικού συστήματος, αλλά και ως τον πυ-ρήνα της επαναστατικής θεωρίας του Μαρξ (και του μαρξισμού) για την ανα-τροπή του, με την επαναστατική παρέμβαση του πολιτικά χειραφετημένου και επαναστατικά οργανωμένου προλεταριάτου- των δυνάμεων της εξαρτημένης μισθωτής εργασίας για την εποχή μας, στις οποίες συγκαταλέγεται και το πα-ραδοσιακό προλεταριάτο που υπάρχει σε όλον τον τρίτο κόσμο, αλλά και στο πρόσωπο των μεταναστών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.

• Η θεωρία της αξίας της εργατικής δύναμης (και της υπεραξίας),που αποτελεί το κλειδί για την αποκάλυψη των μηχανισμών λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας, του φαινομένου και των μηχανισμών της εκμετάλλευσης των εργα-ζομένων, με προεκτάσεις για τη ζωή τους, με την παρατήρηση ότι με την εμπο-ρευματοποίηση ακόμα και των προϊόντων της τέχνης ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης στο χώρο αυτό, γενικότερα στο χώρο της βιομηχανίας της κουλ-τούρας, τροποποιείται ουσιαστικά η λειτουργία του, καθώς υπάρχει μεγάλη α-πόκλιση όσον αφορά τον ορισμό της αξίας της εργατικής δύναμης ως εμπο-ρεύματος που ισούται με την κοινωνικά αναγκαία ποσότητα εργασίας (χρόνου εργασίας) που χρειάζεται για την αναπαραγωγή της - ενώ συγχρόνως αυτή η εξέλιξη καθιστά καθέναν που λειτουργεί σ αυτό το σύστημα εμπόρευμα, το ο-ποίο και μεταχειρίζεται το κεφάλαιο όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα, πράγμα που συνιστά την κατάργηση της ανθρώπινης υπόστασής του ατόμου ως αυταξίας.

• Η θεωρία του Μαρξ για την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, και με αυτή την έννοια για τη διαδικασία παγκοσμιοποίησης της ανθρωπότητας, η σύνδεσή της με την ιδέα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και του παγκόσμι-ου σοσιαλισμού, σε συνδυασμό και με τη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλι-σμό, για το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και για την ανάγκη οργάνωσης του επαναστατικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που το είχε πρά-ξει ο Λένιν με την οργάνωση της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς – όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν την κριτική θεώρησή τους, για να μπορέσουν στοιχεία τους να ενσωματωθούν, ανασκευασμένα, στην αναγκαία σύγχρονη θεωρία της αριστεράς που αφορά στη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης του παγκοσμιο-ποιούμενου αντικαπιταλιστικού κινήματος, όπως εμφανίζεται αυτό σήμερα μέ-σα από την κίνηση του παγκόσμιου κοινωνικού φόρουμ, αλλά και με τις προ-σπάθειες για την ανάπτυξη διεθνών οργανωτικών και πολιτικών σχημάτων της αριστεράς, όπως συμβαίνει με την προσπάθεια ανάπτυξης του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, το οποίο πρόσφατα έχει δημιουργηθεί.

• Η σύνδεση της θεωρίας για την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση της ανθρωπό-τητας με τη διεύρυνση της αποικιοκρατίας, που και αυτή θα πρέπει να τη δού-με μέσα από το πρίσμα των νέων μεθόδων αποικιοκρατίας – και για το θέμα αυτό υπάρχει μια αξιόλογη βιβλιογραφία από σύγχρονους μαρξιστές, αλλά και από μη μαρξιστές ερευνητές.

• Η μαρξιστική θεωρία ότι ο πόλεμος είναι στη φύση του καπιταλισμού – ιμπερι-αλισμού, με τις προεκτάσεις της για το ρόλο της πολεμικής βιομηχανίας γενικά στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος του σύγχρονου καπιταλισμού, ειδι-κότερα για το ρόλο του στρατιωτικού- βιομηχανικού συμπλέγματος στη λει-τουργία της οικονομίας των ΗΠΑ που λειτουργεί και ως αποφασιστικός συντε-λεστής στην επιδίωξή της για την κυριαρχία της σε όλον τον κόσμο.

• Με τους όρους της συνέχειας και της ασυνέχειας θα πρέπει να δει η ανανεω-τική αριστερά τη θεωρία του Μαρξ για τις κρίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας, που μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929- 1932 έχει αποφευχθεί η επανάληψή της σε αυτή τη γενικευμένη μορφή της, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της καταναλωτικής κοινωνίας, που εξασφαλίζει τη διάθεση των προϊόντων της διαρκώς αναπτυσσόμενης και διευρυνόμενης παραγωγής, υψώνοντας ένα τεχνητό ανάχωμα στις κρίσεις υπερπα-ραγωγής.. Σε κάθε περίπτωση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την αριστερά να εκτιμήσει και να σταθμίσει και σε πολιτικό επίπεδο το γεγονός ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός, έχει αναπτύξει την ικανότητα (μαζί και τους μηχανισμούς) παρέμβασης στη λειτουργία και την ισχύ νόμων της οικονομίας που τον διέπουν και απειλούν την «κανονική» λειτουρ-γία του ή και την ίδια την ύπαρξή του, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές, αλλά και τις ανθρωπολογικές επιπτώσεις τέτοιων παρεμβάσεων, όπως συνέβηκε με την ανάπτυξη της καταναλωτικής κοινωνίας, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής , την εμπορευματοποίηση όλων των αξιών, τον εμπορευματικό φετιχισμό να διαχέεται παντού, με το αναπόφευκτο σύνδρομο της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου από την ίδια την ουσία του ως λογικού όντος που για την κοινωνική του «καταξίωση» χρειάζεται να παραβαίνει τη χρυσή αρχή του μέτρου, του Αριστοτέλη. Αξίζει να ειπω-θεί εδώ ότι αυτές οι αλλαγές έχουν να κάνουν και με την ικανότητα του συστήματος αναχαίτισης ή και αναστολής της απειλής που σημαίνει για την εξουσία του κεφαλαίου η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής κεφα-λαιοκρατικής ιδιοποίησης των προϊόντων της, στην οποία (αντίφαση) εμπεριέχεται η δυνατότητα αύξησης των κοινωνικών εντάσεων που ευνοούν την ανάπτυξη του αντικα-πιταλιστικού επαναστατικού κινήματος, που απειλή την εξουσία του. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι αναιρείται η θεωρία του Μαρξ. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό το αίτημα για την αριστερά να σταθμίσει και με τους όρους και τα κριτήρια της πολιτικής το γεγονός της συνειδητής παρέμβασης του συστήματος (με τη χρησι-μοποίηση μεγάλου τμήματος της επιστημονικής διανόησης, με αιχμή την εξαιρετικά καλά αμειβόμενη επιστημονική ελίτ) στην προσπάθειά του να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση, ακυρώνοντας στην πράξη (αυτό δείχνει η μέχρι τώρα εμπειρία) την άποψη για την αντικειμενική λειτουργία της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού, σε μια αντί-ληψη του ακραίου ντετερμινισμού. Αυτό δεν σημαίνει την ακύρωση του γεγονότος ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με κύριο κριτήριο την αποτελεσματική λει-τουργία της εξουσίας του κεφαλαίου, επιδεινώνει αντί να λύνει το κοινωνικό και το ανθρώπινο πρόβλημα της εποχής μας, σε συσχέτιση και με την διάχυση του παράλο-γου στη λειτουργία της εξουσίας του , που απειλεί δυνητικά την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους.

• Η άποψη του Μαρξ και του Ένγκελς για τη μεγάλη τέχνη (ελληνική αρχαιότητα, Αναγέννηση, Ουμανισμός, Διαφωτισμός, τέχνη της εποχής τους) και η αξιοποί-ηση αυτής της πολιτιστικής παρακαταθήκης από μαρξιστές ερευνητές, καλλιτέ-χνες, γενικά διανοούμενους, αλλά και πολιτικούς σε μια προσπάθεια για την ανάδειξη, αλλά και την λειτουργία της τέχνης και της κουλτούρας, οριζόμενης με τους όρους του ανθρωπισμού και της διαλεκτικής στη διαδικασία της κοινωνι-κής προόδου, αλλά και για τη δημιουργία της σοσιαλιστικής τέχνης και κουλ-τούρας Υπάρχει και για τα θέματα αυτά σημαντικό έργο το οποίο οφείλει να α-ξιοποιήσει η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά, συμπεριλαμβανομένης και της κριτικής θεώρησης για ότι έχει επιτευχθεί στο χώρο του πρώην υπαρκτού σο-σιαλισμού – ανάλογα και με τη χώρα- με σαφή αναφορά και στις αρνητικές πλευρές αυτής της παράδοσης απέναντι στην οποία η στάση μας είναι η κατη-γορηματική απόρριψη (λογοκρισία, κατάργηση της αυτονομίας της τέχνης, κομ-ματικός έλεγχος κλπ).

• Στην κατηγορία της ασυνέχειας ανήκει η θεωρία της δικτατορίας του προλετα-ριάτου, όχι μόνον κατ αρχήν, αλλά και γιατί ιδεολογικά και πολιτικά είναι μη λει-τουργική. Η δικτατορία του προλεταριάτου στην αντίληψη του Μαρξ και του Έν-γκελς δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της επαναστατικής τους θεωρίας για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, αφού δεν απόκλειαν την ειρηνική μετάβαση, την ο-ποία και εξαρτούσαν από τη στάση της αστικής τάξης. Υιοθέτησαν τον επινοη-μένο από τον Μπλανκί όρο της δικτατορίας του προλεταριάτου θεωρώντας «τε-λικά» ως πρότυπο το πρόγραμμα διακυβέρνησης τη; βραχύβιας Παρισινής Κομμούνας.. Η δικτατορία του προλεταριάτου ερμηνεύτηκε από το Μαρξ και τον Ένγκελς ως η πλέον προωθημένη μορφή της (άμεσης) δημοκρατίας. Η ανα-γκαιότητά της για μια σύντομη ιστορική περίοδο, που κατά την άποψή τους α-παιτείται για την κατάργηση του αστικού κράτους και για την δημιουργία του κράτους των εργατών, συναρτήθηκε με τον ιστορικό στόχο για την δρομολόγη-ση της ιστορικής διαδικασίας με σκοπό τη δημιουργία της αταξικής κοινωνίας, που καταργεί μαζί με τις τάξεις και την ταξική πάλη, αλλά και το κράτος ως μορ-φή έκφρασης και ως μέσο για την άσκηση της ταξικής εξουσίας, με την αναπό-φευκτη χρήση και της βίας. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στο Κομμουνιστικό Μα-νιφέστο μιλούν για την «κατάκτηση της δημοκρατίας» από την εργατική τάξη «ως πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση»(Μαρξ- Έγκελς, Διαλεχτά Έργα, 1-ος τόμος, σελ. 42). Αυτή η άποψη υιοθετήθηκε από τον Λένιν, που στις συν-θήκες της ξενικής επέμβασης των δυνάμεων της Ανταντ και του εμφύλίου πολέ-μου, στις συνθήκες της Ρωσίας, στα λίγα χρόνια ζωής που μετά την επανάστα-ση έμελλε να ζήσει, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να αντιληφθεί τους κινδύ-νους που περιέκλεινε η εφαρμογή της για μια μακρά περίοδο – αν και κατ αρχήν είχε αποδεχτεί τις επισημάνσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ακολούθησε η εξου-σία του Στάλιν, η οποία από το 1928, ήταν απόλυτη, που μετέτρεψε το καθε-στώς της δικτατορίας του προλεταριάτου σε σταλινικό ολοκληρωτικό καθεστώς, το οποίο και εμφάνισε ως την πεμπτουσία της θεωρίας μετάβασης στον σοσια-λισμό, ενώ ταύτισετο καθεστώς αυτό με τον ίδιο το σοσιαλισμό. Εξάλλου, ο Λέ-νιν δεν έζησε για να μπορέσει να εκτιμήσει τις εξελίξεις από την έκβαση της ε-φαρμογής της ΝΕΠ που ο ίδιος είχε δρομολογήσει, για να γνωρίζουμε την εξέλι-ξη της άποψής του για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, και για το σοσιαλισμό που επαγγέλονταν το πρόγραμμα του κόμματος των μπολσεβίκων. Για να μπορέ-σουμε επίσης να μάθουμε αν ο Λένιν αποδέχονταν τελικά την άποψη για το ρό-λο της αγοράς και του χρήματος στη φάση μετάβασης στο σοσιαλισμό, δηλαδή αν τελικά θα αποδέχονταν την άποψη για το σοσιαλισμό της αγοράς - θέμα το οποίο από το Μπουχάριν και μετά επανέρχεται στους προβληματισμούς και στις μελέτες των διανυομένων της αριστεράς, και ευρύτερων κύκλων διανοουμένων, κυρίως οικονομολόγων, έτσι, που υποχρεώνει την αριστερά να φέρει και πάλι στο προσκήνιο της σκέψης της το θέμα αυτό.. Και είναι χρήσιμη πιστεύω, για όσους βολεύονται γνωσιακά, νοησιαρχικά με τις απόλυτες απορρίψεις, τις από-λυτες διαχωριστικές γραμμές παρελθόντος και παρόντος, η αναφορά σε μια χαρακτηριστική τοποθέτηση του κατεξοχήν αντιδογματικού και ανανεωτή Λένιν (το έργο του οποίου υπόκειται στη δική μας κριτική) : «Εμείς, είπε ο Λένιν, δεν βλέπουμε καθόλου τη θεωρία του Μαρξ σαν κάτι το τελειωμένο και για πάντα δοσμένο. Απεναντίας έχουμε την πεποίθηση πως η θεωρία αυτή έβαλε μόνον τους ακρογωνιαίους λίθους της επιστήμης εκείνης, που οι σοσιαλιστές έχουν χρέος να την προωθούν παραπέρα προς όλες τις κατευθύνσεις, αν δεν θέλουν να μείνουν πίσω από τη ζωή».(Λένιν, Το πρόγραμμά μας, Άπαντα, τόμος 4. σελ. 186- 190). Ο Λένιν χρησιμοποίησε σκόπιμα αυτή την υπερβολή αναφερό-μενος στο Μαρξ για να τονίσει την ανάγκη για περαιτέρω δημιουργική σκέψη, γνώρισμα της οποίας είναι το πνεύμα της ανανέωσης.

• Η σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά έχει να αντιμετωπίσει σε θεω-ρητικό και σε πολιτικό επίπεδο ένα εντελώς καινούργιο πρόβλημα που ο μαρξι-σμός στις προηγούμενες εκδοχές του δεν είχε αντιμετωπίσει, πρώτα γιατί το πρόβλημα αυτό δεν εντάσσονταν οργανικά στην «καθαρή» ταξική δόμηση της επαναστατικής του θεωρίας και δεύτερο γιατί το θέμα αυτό δεν ήταν εξόφθαλμα παρόν στην εξέλιξη του ταξικού αγώνα, και επειδή η διαδικασία παγκοσμιοποί-ησης της ανθρωπότητας δεν ήταν τόσο προχωρημένη όσο είναι τώρα. Πρόκει-ται για το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας του κόσμου, με σαφείς διαχωρι-στικές γραμμές ειδικότερα ανάμεσα στον ισλαμικό, θρησκευτικό κατά βάση, πο-λιτισμό και τον δυτικοευρωπαικό πολιτισμό. Καινούργιο πρόβλημα αποτελεί και η αναζωπύρωση του εθνικισμού, που θέτει εκ νέου το πρόβλημα της σχέσης εθνικισμού και διεθνισμού, εθνικού και διεθνικού, σε μια εποχή που ο διεθνισμός και η παγκοσμιοποίηση του κόσμου αποτελεί κυρίαρχη κατεύθυνση και επιδίω-ξη του κεφαλαίου Πάντως, όλα δείχνουν ότι η μαρξιστική έρευνα και σκέψη στα θέματα αυτά είναι προωθημένη. Απομένει η ένταξη των πορισμάτων της έρευ-νας στην πολιτική φιλοσοφία της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, ως ορ-γανικού στοιχείου της επαναστατικής της θεωρίας και ιδεολογίας.

• Στη βάση της νέας εποχής στην οποία έχει εισέλθει η ανθρωπότητα είναι η πέ-ρα ως πέρα δυναμική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η διαχείρισή τους από τον καπιταλισμό σύμφωνα με τη λογική του κεφαλαίου, τα δικά του συμφέροντα και επιδιώξεις, σηματοδοτώντας το νέο, διακριτικό γνώρισμα της νέας φάσης εξέλιξης του καπιταλισμού. Αν και υπάρχει σημαντικό ερευνητικό έργο σχετικά με αυτή τη φάση εξέλιξης του καπιταλισμού, που έχει αρχίσει με τη διαδικασία ανάπτυξης της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στη δεκαετία του 1950, και η οποία στην τελευταία δεκαετία έχει πάρει καινούργια διάσταση με την ανάπτυξη και την ευρύτατη διάδοση της πληροφορικής (αλλά και της βι-οτεχνολογίας – σε μικρότερο βαθμό), καθώς και με τις επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης στην παραγωγή, στο χαρακτήρα της εργασίας, στη σύνθεση και το χα-ρακτήρα του εργατικού δυναμικού, στον επικοινωνικακό τομέα, γενικότερα στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, σε σχέση και με την παγκοσμιοποίηση του καπι-ταλισμού, με τη λειτουργία του κεφαλαίου, η αριστερά δεν έχει προβεί στην αξι-οποίηση αυτού του ερευνητικού υλικού στην ανάπτυξη της σύγχρονης αριστε-ρής πολιτικής φιλοσοφίας, με προέκταση στις μεθόδους του ταξικού αγώνα και στο περιεχόμενό του, με αναφορά και στις ανακατατάξεις στη σύνθεση του ερ-γατικού δυναμικού, τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο, οι πολιτικές δυνάμεις που το υπηρετούν. Υπάρχουν μόνον οι πρώτες ενδείξεις ότι αυτό το αίτημα έχει αρχίσει να ωριμάζει στη σκέψη της σύγχρονης ριζοσπαστι-κής αριστεράς.

Είναι βέβαιο ότι η επαναστατική αριστερά διανύει έναν τρίτο κύκλο της ιστορίας της, σε στενή σχέση με τον τρίτο κύκλο εξέλιξης του καπιταλισμού. Ο πρώτος κύκλος άρχισε με το Μαρξ και Ένγκελς και τέλειωσε με το θάνατο του Ένγκελς, ο δεύτερος άρχισε με την υπερί-σχυση της άποψης του Λένιν στο διεθνές εργατικό επαναστατικό κίνημα. Σ αυτόν τον κύκλο εξέλιξης της επαναστατικής αριστεράς στο θεωρητικό – ιδεολογικό επίπεδο έβαλε τη σφραγίδα του ο λενινισμός, που μετά την επικυριαρχία του Στάλιν πήρε τη μορφή έκφρασής του μέσα από τα σοβιετικά εγχειρίδια του μαρξισμού – λενινισμού και τους θεωρητικούς και ιδεολόγους που υιοθέτησαν και υπηρέτησαν το σταλινισμό. Στη δεκαετία του 1960 αρχίζει ένας τρίτος κύκλος που σηματοδοτήθηκε από την κίνηση για την Νέα Αριστερά, με την κίνηση για «επιστροφή στο Μαρξ», την «Αναγέννηση του Μαρξ», με κυρίαρχο το ρόλο της Σχολής της Βουδαπέστης, αλλά και της Σχολής της Κόρτσιουλα και του περιοδικού Πράξις. Παρά το σημαντικό έργο αυτής της προσπάθειας (στην οποία, με κάποιες επιφυλάξεις μπορεί να ενταχθεί και η διάδοση του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης) με κορύφωση το έργο των θεωρητικών και ιδεολόγων του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος ,με κυριότερους τους Ιταλούς μελετητές, τελικά αυτή η κίνηση δεν οδηγήθηκε στην επεξεργασία της επαναστατικής θεωρίας του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού, ως ερμηνευτικού και μαζί ως πολιτικά λειτουργικού «εργαλείου» της σύγχρονης ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς. Στη σημερινή φάση που διανύει το αριστερό κίνημα διεθνώς, αρχίζει να ωριμάζει αυτό το αίτημα, εκφραζόμενο και μέσα από μελέτες, για την συνειδητή ανάληψη από την πολιτική αριστερά, από την σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά αυτής της αναγκαίας προσπάθειας – χωρίς να αγνοείται το γεγονός ότι ο λενινισμός είναι ακόμα λειτουργικός .για τις χώρες του τρίτου κόσμου, κυρίως για το χώρο της Λατινικής Αμερικής, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της αριστεράς και των κοινωνιών αυτής της περιοχής, αποδεικνύοντας ότι ο λενινισμός ακόμα δεν «έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο» - φράση η οποία άκριτα χρησιμοποιείται από ορισμένους ως πολιτικό σλόγκαν που σηματοδοτεί το «αυτονόητο».

ΤΕΛΟΣ