Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Αναμνήσεις του Αγώνα, 3.

3. Συνάντηση με τους αντάρτες του Άγη

Το αντάρτικο τμήμα που ήρθε στο Μποζ - Νταγ αριθμούσε 63 άνδρες. Επικεφαλής τους ήταν ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός του αστικού στρατού με το ψευδώνυμο Άγης. Το τμήμα το συνόδευε ο άγγλος ταγματάρχης Μύλερ εφοδιασμένος με τον ασύρματο του - αργότερα θα μας έκανε μεγάλη ζημιά.

Το τμήμα του Άγη λημέριασε προσωρινά στην τρίτη χαράδρα δυτικά από το Φαρδύλακα. Εκεί τους είχε πάει ο Παρίσης, βλάχος από το χωριό Καρλίκιοϊ. Ήταν αυτός που είχε έρθει με δυο μουλάρια για τρόφιμα. Τον συνόδεψα για να πάρω επαφή με το τμήμα.
Είχε σκοτεινιάσει για καλά όταν φτάσαμε στο λημέρι. Δεν βρήκαμε κανέναν εκεί. Το τμήμα είχε μετακινηθεί. Σε λίγο θα τους βρίσκαμε. Τους εντοπίσαμε από κάποιες φωνές που ακούστηκαν μέσα στη νύχτα. Οι φωνές ερχόταν από δεξιά. Δικοί μας βλάχοι, δεν πηγαίνουν προς τα εκεί, λέει ο Παρίσης. Επομένως θα είναι το τμήμα που ζητούμε. Τραβάμε κατευθείαν προς τα εκεί που ακούγονταν οι φωνές. Κάτω, στο καμένο χωριό (από την εποχή των βαλκανικών πολέμων) Ντριάνοβα συναντούμε το διοικητή του τμήματος Άγη. Η πρώτη ερώτηση που μου έκανε ήταν : ποια οργάνωση εκπροσωπείς; Την ΠΑΟ ή το ΕΑΜ; Το ΕΑΜ, του λέω. Γνωρίζεις κάποιον Βαγγέλη, με ρωτά. Ναι του λέω.
Αφού δώσαμε γνωριμία ξεκινήσαμε με όλο το τμήμα για το νέο λημέρι στο σημείο Ουζούν- Λουκ. Ήταν βαθιά χαράματα όταν φτάσαμε εκεί. Η πρώτη δουλειά του Άγη πριν ξαποστάσει το τμήμα ήταν να πάρει μέτρα ασφαλείας, να βάλει σκοπιές. Σε λίγο ξημέρωσε. Ένα συνεργείο καταπιάνεται με το ψήσιμο των πιταλιών. Βρίσκουν λεπτές πέτρινες πλάκες , βάζουν από κάτω δυνατή φωτιά και όταν οι πλάκες έχουν πυρώσει για καλά απλώνουν απάνω σε σχήμα λαγάνας τις πιταλιές, ενώ κάτω από την πλάκα κρατούν σιγανή φωτιά με τα αναμένα κάρβουνα που δεν βγάζουν καπνό. Οι πιταλιές τρώγονται και έτσι, αλλά τρώγονται και με τυρί, με ελιές ή κάτι άλλο.

Ο Άγης ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση στην περιοχή μας και για τις οργανώσεις του ΕΑΜ. Συμφωνήσαμε να τον συνδέσω με τη νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ Σερρών. Μετά με πήγε στον άγγλο ταγματάρχη Μύλερ (που ήταν στο τμήμα ως εκπρόσωπος της συμμαχικής αγγλικής αποστολής στον ΕΛΑΣ) και με σύστησε. Ο Μύλερ με σπασμένα ελληνικά μου είπε να του φέρω έναν άνθρωπο από την οργάνωση Σερρών, ενώ συγχρόνως παράγγηλε να στείλουμε πολλούς ανθρώπους για αντάρτες και ότι αυτός θα τους εξασφαλίσει την τροφή τους και ό,τι άλλο. Μάλιστα, έδωσε υποσχέσεις και για την αποζημίωση των όποιων ζημιών μπορεί να υποστούν τα νοικοκυριά των ανταρτών, λέγοντας χαρακτηριστικά με τα σπασμένα ελληνικά του : « Αν οι Γερμανοί κάψουν σπίτια, εμείς Αγγλία, θα τα φτιάξουμε. Όμως, πολλοί άντρωποι θα ανεβάσετε στο βουνό». Ομολογώ ότι τη στιγμή εκείνη είχα ενθουσιαστεί από το ενδιαφέρον του άγγλου να αναπτυχθεί το αντάρτικο στην περιοχή μας. Δεν μπορούσα τότε  να φανταστώ ότι αυτός ο άνθρωπος θα έπαιζε έναν τόσο αισχρό εγκληματικό ρόλο σε βάρος του αντάρτικου τμήματος του ΕΛΑΣ Μποζ- Νταγ Σερρών, παρασέρνοντας σε δολοφονία και τον ίδιο τον Άγη, διοικητή του τμήματος! Βέβαια, λίγο αργότερα ξεκαθάρισαν όλα στο μυαλό μου για το ρόλο των άγγλων στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα.

Την επομένη τα χαράματα βρισκόμουν στο χωριό, στο σπίτι μας. Ενημέρωσα το Νίκο Μαμιάκα για τη συνάντηση μου με το τμήμα. Συμφωνήσαμε αυτός να φύγει κατευθείαν για τις Σέρρες να ειδοποιήσει τον Βαγγέλη Μέρκατα ότι τον θέλουν στο βουνό, ενώ εγώ θα φρόντιζα να ετοιμάσω δυο φορτώματα με τρόφιμα. Του είπα να έρθουν μαζί με το Μέρκατα από δω για να πάμε μαζί στο βουνό.

Αργά το βράδυ τέσσερις άνθρωποι, εμείς οι τρεις και ο Βασίλης Μενεξής (Νταουλτζλής) ξεκινούμε με δυο φορτώματα τρόφιμα για το βουνό. Είναι η πρώτη φορά που επιχειρούμε τη νύχτα έξοδο από το χωριό, στο οποίο υπήρχε κάθε βράδυ βουλγαρική περίπολος. Παίρνουμε μέτρα ασφαλείας. Ένας βαδίζει μπροστά με το πιστόλι στο χέρι, γεμάτο, δυο σέρνουν τα ζώα και ένας ακολουθεί ως οπισθοφυλακή, επίσης με πιστόλι. Ο οπλισμός μας ήταν δυο πιστόλια με 15 σφαίρες.

Φτάσαμε στο αντάρτικο λημέρι τις πρωινές ώρες. Αφού τακτοποιήσαμε τα τρόφιμα ο Νίκος και ο Βασίλης επέστρεψαν στο χωριό. Οι δυο μας με τον Βαγγέλη αναζητήσαμε τον Άγη και το Μύλερ για τη συνάντηση του Βαγγέλη Μέρκατα μαζί τους.

Στη συνάντηση κυριάρχησε το θέμα του εφοδιασμού του τμήματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι το τμήμα ήρθε στο Μποζ- Νταγ σχεδόν γυμνό. Πολλοί από τους άνδρες του τμήματος δεν είχαν παπούτσια, χλαίνες, σκεπάσματα ή κάτι άλλο. Δεν είχαν ούτε κουτάλια, καραβάνες , μα ούτε και καζάνια είχε το τμήμα για να κάνουν φαγί. Φεύγοντας από το Παγγαίο τα άφησαν όλα εκεί – ό,τι είχαν και δεν είχαν. Χρέος μας ήταν να τους εφοδιάσουμε με ό,τι τους ήταν απαραίτητο και μετά να δούμε το θέμα της ενίσχυσης του τμήματος και με άλλους μαχητές.

Όλα ήταν ξεκαθαρισμένα. Οι προοπτικές ευοίωνες. Το απομεσήμερο της επομένης ξεκινήσαμε για τις Σέρρες, γεμάτοι θέληση και αισιοδοξία.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Αναμνήσεις του Αγώνα, 2.

2. Όλοι στον αγώνα

Η δουλειά για την συγκρότηση εαμικών οργανώσεων άρχισε από το χωριό μας, τη Δοβίστα (Εμμανουήλ Παπάς). Έπρεπε να πείσουμε τους ανθρώπους ότι ο αγώνας που διεξήγαγε το ΕΑΜ θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει και δική τους υπόθεση. Για το σκοπό αυτό επιλέξαμε να αξιοποιήσουμε τη μπρουσούρα του Δ. Γληνού «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ;», αλλά και δικά μας επιχειρήματα που λάβαιναν υπόψη τη νοοτροπία των αγροτών και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις τους.

Τους μιλούσαμε για τις μάχες που έχει δώσει και δίνει ο ΕΛΑΣ εναντίον των δυνάμεων κατοχής, για τις επιτυχίες του, τον σχηματισμό ελεύθερων περιοχών σε άλλα μέρη της Ελλάδας, καθώς και για την δράση που ανέπτυσσαν οι οργανώσεις του ΕΑΜ μέσα στις πόλεις. Τους λέγαμε ότι ο αγώνας αυτός εντάσσεται στον αγώνα που διεξάγουν στα πολεμικά μέτωπα οι δυνάμεις της συμμαχίας κατά της Γερμανίας και των δυνάμεων του Άξονα, ότι ο αγώνας αυτός είναι και δικός μας αγώνας και ότι είναι ανάγκη όλοι να συμμετάσχουμε σ αυτόν τον αγώνα, Σε κάθε κουβέντα μαζί τους τονίζαμε ότι η εκδίωξη από τη χώρα μας των γερμανών, των ιταλών και των βουλγάρων κατακτητών συναρτάται με τον αγώνα που διεξάγουν οι σύμμαχοι. Τους εξηγούσαμε ότι η «ελληνική» κυβέρνηση του Τσολάκογλου που υπάρχει στην Αθήνα είναι όργανο των κατακτητών. Τους λέγαμε ότι ο πόλεμος κατά των κατακτητών είναι  και  πόλεμος κατά της προδοτικής κυβέρνησης των Αθηνών. Τους μιλούσαμε και για το ρόλο του ΠΑΟ και του ΕΔΕΣ.

Η δουλειά μας για το ΕΑΜ βρήκε ανταπόκριση στον κόσμο. 'Ετσι, στη σύσκεψη που οργανώσαμε το καλοκαίρι δεν ήμασταν μόνον τρία άτομα. Ήμασταν πολλοί. Σ αυτή τη σύσκεψη πήραν μέρος άνθρωποι διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων. Αυτό ήταν σύμφωνο με τους σκοπούς μας, σύμφωνο με τους σκοπούς του ΕΑΜ. Απευθυνόμασταν σε όλους τους έλληνες ζητώντας τους να συμμετάσχουν μαζί μας στον κοινό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Σε μια από αυτές τις συσκέψεις αναγγείλαμε την ύπαρξη ανταρτικών τμημάτων στο Μποζ- Νταγ. Τους καλέσαμε να ενισχύσουν το αντάρτικο με τρόφιμα και ρουχισμό. Αυτές οι εκκλήσεις μας βρήκαν ευρεία ανταπόκριση. Αυτή η προσπάθεια εξελίχθηκε σε ένα είδος κινήματος στο οποίο πρωτοστατούν οι γυναίκες, με τη Μαρία (τη μητέρα μας – Θ.Β.) να παίζει κεντρικό ρόλο. Ετοιμάζονται τραχανάδες, παξιμάδια κλπ., οι γυναίκες και τα κορίτσια του χωριού πλέκουν πουλόβερ για τους αντάρες.. Πολύ σύντομα η Δοβίστα γίνεται κέντρο ανεφοδιασμού των ανταρτικών τμημάτων στο βουνό Μποζ- Νταγ, όπου συγκεντρώνονται τρόφιμα και από άλλα χωριά στα οποία είχε προχωρήσει η οργάνωση του ΕΑΜ. Τα περισσότερα έρχονται από την Πεντάπολη : ζάχαρη, ελιές, μακαρόνια, ρύζι.... Παράλληλα κάνουμε εράνους. Μαζεύουμε χρήματα για το κίνημα, ρουχισμό και ότι άλλο χρειάζεται για τους αντάρτες. Στο μεταξύ μας παραγγέλνουν από την οργάνωση της πόλης των Σερρών να είμαστε έτοιμοι από τρόφιμα γιατί θα έρθει στο Μποζ-Νταγ ένα νέο τμήμα ανταρτών από το Παγγαίο.

θυμάμαι καλά την ημερομηνία. Ήταν 26 Σεπτέμβρη 1943 όταν με κάλεσαν να πάω στο σπίτι του συγχωριανού μου Γιώργη Δανιήλ. Εκεί συνάντησα έναν Καρλικιώτη βλάχο ο οποίος είχε έρθει από μέρους αυτού του νέου αντάρτικου τμήματος με τρεις λύρες και δυο μουλάρια, με την παραγγελία να αγοράσουμε και να στείλουμε μαζί του τρόφιμα. Μάλιστα, ζήτησε, ιδιαίτερα, να φροντίσουμε για την αγορά καλαμποκίσιου αλευριού για κατσαμάκι (μαμαλίγκα). Του είπαμε να πάει πίσω τις λίρες στο τμήμα, θα του δώσουμε ότι ζητούν και με το παραπάνω. Αυτή την εποχή είχαμε συγκεντρώσει για τους αντάρτες 700 κιλά αλεύρι, μερικές οκάδες ελιές, ζάχαρη και αρκετά άλλα τρόφιμα σε τραχανάδες, γιοφκάδες (ταλλιαδέλες), μπλιγούρι...

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ, 1.

1. Ανίχνευση για αντάρτικα λημέρια


Γενάρης 1943. τρία άτομα, ο Νίκος Μαμιάκας, ο Δημήτρης Βακαλιός
(και οι δυο δοβιοτιανοί) και ο Βαγγέλης Μέρκατας συζητούν στο σπίτι του
πρώτου για τη διεθνή κατάσταση και για την έκβαση του πολέμου στο ρωσικό
μέτωπο, για το αντιστασιακό κίνημα που αναπτύσσεται σε όλες τις χώρες που
έχουν κατακτηθεί από τις δυνάμεις του Άξονα και ειδικότερα στην Ελλάδα. Η
συζήτηση επικεντρώνεται στην πρόταση του Β. Μέρκατα, εκπρόσωπου της
νομαρχιακής επιτροπής του ΚΚΕ του νομού Σερρών και του ΕΑΜ (του Εθνικού
Απελευθερωτικού Μετώπου) για την ανάγκη να αναπτυχθεί και στην περιοχή
ένοπλο αντάρτικο κίνημα·, με σκοπό τη σύσταση ένοπλου ΕΛΑΣ (του
Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού) στα βουνά Μπόζνταγ και Λαϊλάς.

Από το Μέρκατα ενημερωνόμαστε για την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Ακολουθεί συζήτηση που καταλήγει στη διαπίστωση  ότι η περιοχή μας καθυστερεί και ότι  η πολιτική συγκυρία ευνοεί την επιτυχή προώθησε μιας τέτοιας επιλογής, που είναι και απόφαση των οργάνων του κόμματος της περιοχής. Ακόμα, από τη συζήτηση προκύπτει ότι η πολιτική συγκυρία είναι ευνοϊκή για την δημιουργία ενός γνήσια λαϊκού στρατού με τη βοήθεια του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί μαζί με την εθνική απελευθέρωση από τον ξένο φασιστικό ζυγό και η διεκδίκηση της εξουσίας από τις λαϊκές δυνάμεις και η εγκαθίδρυση της λαϊκής δημοκρατίας στη χώρα μας. Ο αγώνας που διεξάγει το ΕΑΜ τονίζει στην ομιλία του ο Μέρκατας είναι εθνικοαπελευθερωτικός και κοινωνικός μαζί.
Ο Μέρκατας, ως εκπρόσωπος της κομματικής επιτροπής του νομού Σερρών, που την περίοδο αυτή αποτελούνταν από δυο άτομα, από τον ίδιο και από τον Μπαρμπαλέξη, μας δίνει οδηγίες για την συγκρότηση και ανάπτυξη των εαμικών οργανώσεων στην περιοχή μας, καθώς και για την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα, του αντάρτικου στα βουνά της περιοχής.

Οι τρεις συμφωνούμε για τις πρώτες ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβούμε για την ανάπτυξη ένοπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι η ανίχνευση της περιοχής στο βουνό Μπόζνταγ (Φαλακρό) ενός κατάλληλου μέρους για την εγκατάσταση του πρώτου ένοπλου τμήματος ή της πρώτης ένοπλης αντάρτικης ομάδας. Δηλαδή ενός  κατάλληλου μέρους για αντάρτικο λημέρι. Το μέρος αυτό θα πρέπει να είναι μακριά από κεντρικά, γνωστά μονοπάτια, να είναι δασώδες και μακριά από γνωστή σε πολλούς νεροπηγή. Και το σημαντικότερο, πρέπει να βρεθούν οι πρώτοι μαχητές που θα πλαισιώσουν τις πρώτες ανταρτικές ομάδες, καθώς επίσης όπλα και πυρομαχικά. Ενώ παράλληλα θα πρέπει να εξασφαλιστεί η τροφοδοσία των αντάρτικων ομάδων και οι άλλες βασικές ανάγκες για την επιβίωση τους, αλλά και για την ανάπτυξη ένοπλης δράσης. Βρισκόμαστε μπροστά σε πρωτόγνωρα για μας καθήκοντα, τα οποία βέβαια αναλαμβάνουμε να τα εκπληρώσουμε με συνέπεια και χωρίς αναστολές. Συγχρόνως ο Μέρκατας μας έδωσε το φυλλάδιο με το κείμενο του Δημήτρη Γληνού «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ;».

Στη δεύτερη συνάντησή μας που έγινε μετά από λίγες μέρες ο Μέρκατας μας μίλησε για την ανάγκη αποτροπής των προσπαθειών που γίνονται από τους αντιπάλους του ΕΑΜ για την ανάπτυξη και στην περιοχή μας ένοπλων τμημάτων που αντιστρατεύονται τον ΕΛΑΣ. Κατονόμασε δυο από αυτές. Τον ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση) με αρχηγό τον Χρυσοχόου, που δρα σε περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας, κυρίως στην περιοχή πέρα από τον Στρυμώνα και τον ΕΔΕΣ (Ενωση Δημοκρατικών Ελλήνων Στρατιωτών), με επικεφαλής τον στρατηγό Ναπολέωντα Ζέρβα που δρα κυρίως στην περιοχή της Ηπείρου.

Λίγες μέρες αργότερα, τηρώντας την απόφαση των τριών μας, οι δυο μας, εγώ με το Νίκο Μαμιάκα ανεβήκαμε στο βουνό Μποζ- Νταγ για την ανεύρεση κατάλληλου μέρους για αντάρτικο λημέρι. Γυρίσαμε σχεδόν όλη τη νότια πλευρά του βουνού. Τελικά βρήκαμε ότι κατάλληλο μέρος για αντάρτικο λημέρι με τις προδιαγραφές που μας είπε ο Μέρκατας ήταν η βαθιά χαράδρα του Μάρνο Βόντα, κάτω από τα βράχια που άφηναν να σχηματίζεται μια σπηλιά. Το μέρος αυτό αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως λημέρι των ομάδων Πολιτικών Επιτρόπων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.).

Γι αυτή την κρίσιμη αποστολή φύγαμε από το χωριό τα βαθιά χαράματατης άλλης μέρας  με σκοπό να επιστρέψουμε αργά τη νύχτα στη βάση μας, αφού θα είχαμε εκτελέσει  με επιτυχία την αποστολή. Βρισκόμασταν και οι δυο σε μια κατάσταση ψυχικής ανάτασης και μεγάλης φυσικής έντασης, Βαδίζαμε γρήγορα, αλλά με λίγες προφυλάξεις για τους κινδύνους που μας επιφύλασσαν οι απότομες πλαγιές και οι γκρεμοί του βουνού! Έτσι μόνον εξηγείται το γεγονός ότι ενώ γνωρίζαμε καλά την περιοχή και τη συμπεριφορά του βουνού κατά την αποστολή μας αυτή συνέβηκε κάτι που παραλίγο να στοίχιζε τη ζωή μου. Θέλοντας να κερδίσουμε χρόνο παρακάμψαμε τα ανατολικά μεγάλα βράχια του Φαρδύλακα,  αποφεύγοντας τον αναγκαστικό μεγάλο γύρω για να πλησιάσουμε το μέρος που θέλαμε. Η ενέργεια αυτή ήταν ριψοκίνδυνη. Δεν υπολογίσαμε ότι οι πέτρες από τα χιόνια  και την παγωνιά ήταν λασκαρισμένες. Έτσι, ενώ ανεβαίναμε ομαλά, ξαφνικά εγώ έμεινα μετέωρος στον γκρεμό. Η πέτρα που είχα πιαστεί για να ανεβώ ψηλότερα ξελάσκαρε με τον κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να ξεκολλήσει και να με παρασύρει στο βάραθρο. Έμεινα εκεί πιασμένος από αυτή την πέτρα για κάμποση ώρα, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα, ώσπου ο Νίκος με πολύ προσοχή μπόρεσε να με πλησιάσει και να με βοηθήσει να γλυτώσω από το θανάσιμο κίνδυνο. Ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να με πλησιάσει γιατί όλες οι πέτρες ήταν επικίνδυνες. Κατά την επιστροφή στη βάση μας, στο χωρίο, καταστρώσαμε ένα σχέδιο για τη σειρά των ενεργειών με αναφορά και σε ανθρώπους, χωριανούς που που θα πλαισίωναν το πρώτο αντάρτικο τμήμα της περιοχής]

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ, Δημήτρης Βακαλιός, ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Από το αντιστασιακό εαμικό κίνημα στις Σέρρες (1943 -1945)

(Εισαγωγή, Επιμέλεια Θανάσης Βακαλιός)


Το βιβλίο αυτό είναι μία σπάνια προσωπική μαρτυρία ενός από τους πρωταγωνιστές στην ανάπτυξη του εαμικού κινήματος στο νομό Σερρών. Για τον ιστορικό, αλλά και για τον κοινωνιολόγο παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία η αποτύπωση και η ερμηνεία των αλλαγών που επήλθαν στη συνείδηση του κόσμου, που με τις πράξεις του, έφερε το ΕΑΜ, αλλά και  με την προβολή του αγωνιστικού, πατριωτικού και ανθρώπινου παραδείγματος των πρωταγωνιστών του. Από αυτή την άποψη πρόκειται για μία, και ηθικά, ανεκτίμητη προσωπική μαρτυρία για όσους από τους μελετητές των καταστάσεων, των εξελίξεων αλλά   και των πεπραγμένων του εαμικού κινήματος  αυτής της περιόδου, ενδιαφέρονται για το ρόλο του προσωπικού παραδείγματος σε καταστάσεις που το πατριωτικό και το κοινωνικό καθήκον συνθέτουν την ηθική προσωπικότητα του αγωνιστή. Ιδιαιτερότητα αυτής της «μαρτυρίας» είναι ότι επιχειρεί να παρουσιάσει με αντικειμενικό τρόπο και με κριτικό πνεύμα την πατριωτική  στάση και τη συμπεριφορά των αγωνιστών - στο βαθμό που οι αναμνήσεις ενός αγωνιστή, με έμφαση στα βιώματά του, μπορούν να αποφύγουν την υποκειμενική εκτίμηση και κρίση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος που, με το λόγο του ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου, ο Δημήτρης Βακαλιός, κερδίζει την υποστήριξη και στράτευση στο πατριωτικό και κοινωνικό έργο του ΕΑΜ ανθρώπων με αντιλήψεις εντελώς ξένες προς την ιδεολογία του και τους σκοπούς του. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στο διωγμό των αγωνιστών (1945 – 1948), με έμφαση στη δική του περίπτωση.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 Από την αξιόλογη βιβλιογραφία για την εαμική αντίσταση οι Σέρρες υστερούν. Λείπει όχι μόνον το ιστορικό βιβλίο αλλά και οι γραπτές μαρτυρίες των πρωτεργατών της στην περιοχή μας.

Έχουν φύγει από τη ζωή τόσοι και τόσοι πρωτοπόροι και ωραίοι αγωνιστές του κινήματος χωρίς να έχουν αφήσει για τις επόμενες γενιές της περιοχής μας ειδικότερα, μα και ολόκληρης της Ελλάδας, τις πολύτιμες μαρτυρίες τους για το εαμικό κίνημα και για τη δική τους προσφορά σ αυτό, γενικότερα στην εθνική αντίσταση.

Ο άγριος διωγμός των αγωνιστών μετά τη Βάρκιζα, η και η αδίστακτη αντικομουνιστική και αντιεαμική προπαγάνδα, η ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση και πλύση εγκεφάλων που ασκήθηκε με όλους τους τρόπους και τα μέσα στον πληθυσμό της περιοχής μας από την πρώτη μέρα της μετά -εαμικής περιόδου, από όλες τις δυνάμεις της αντίδρασης και του αστικού κατεστημένου, συνοδευόμενα από την πάντα απροκάλυπτη φυσική, ηθική και ψυχική τρομοκρατία σε βάρος των αριστερών, το γενικότερο κλίμα φοβίας που ήταν κυρίαρχο στην περιοχή, ακόμα και τη δεκαετία του 1970 στα χωριά αλλά και στην πόλη των Σερρών, είχε σκοπό να κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν την ιστορία τους ή να μην θέλουν να μιλήσουν για την εθνική αντίσταση  ή και να τη γνωρίσουν.

Κι όμως, αυτή η ιστορία υπάρχει παντού. 'Οχι μόνον στα βουνά του Μπόζ- Νταγ και του Λαιλά ή της Καρά Μπαίρα, αλλά και στα χωριά και μέσα στην πόλη των Σερρών. Είναι μια ιστορία που γράφτηκε από τους Έλληνες πατριώτες, από τον λαό της περιοχής, με πρωτεργάτες επώνυμους αγωνιστές. Οι μαρτυρίες αυτών των αγωνιστών αποτελούν τα σημαντικότερα τεκμήρια πατριδογνωσίας της πρόσφατης ιστορίας της περιοχής. Είναι μαρτυρίες οι οποίες μπορούν να δείξουν στις νεότερες γενιές τι είναι αληθινά πατριωτικό και μεγάλο, κρινόμενο με τα μέτρα όχι μόνον μιας «εθνικής» ηθικής, αλλά μιας πανανθρώπινης ηθικής , στο βαθμό που επιτρέπουν να δει κανείς το βάθος και το ύψος του ανθρώπου που αγωνίζεται ανιδιοτελώς για το καλό των συνανθρώπων του, για το καλό του λαού και του κόσμου που υποφέρει.

Τους βοηθούν ν’ αποκτήσουν αληθινά ανθρώπινο ηθικό και ιστορικό ανάστημα διδασκόμενοι από το πατριωτικό απελευθερωτικό έργο των παπούδων και των γιαγιάδων τους, από το έργο της γενιάς της αντίστασης. Μέσα από αυτές τις μαρτυρίες μπορεί να αναδειχτεί η δράση του λαού της περιοχής σε μια ιστορική στιγμή που ήταν ελεύθερος, χάρη στον απελευθερωτικό λόγο και το απελευθερωτικό έργο του ΕΑΜ (του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου) , να επιλέξει τον αληθινό εαυτό του και να τον πραγματώσει μέσα από τις οργανώσεις του εαμικού κινήματος και μέσα από τους θεσμούς της λαϊκής αυτοδιοίκησης, για το σύντομο διάστημα που λειτούργησε.

Πιστεύω ότι το αγωνιστικό έργο του πατέρα μου, ειδικότερα η προσφορά του στην οργάνωση και ανάπτυξη του εαμικού αντιστασιακού και κοινωνικού κινήματος στην περιοχή μας (στην ανατολική πλευρά του νομού Σερρών) δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον όχι μόνον για κείνους που τον γνώριζαν ή έχουν ακούσει από τρίτους για τους αγώνες και το έργο του, αλλά για τον ευρύτερο κόσμο της περιοχής.

Ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι του θανάτου χτυπημένος από την επάρατη αρρώστια, όταν η μητέρα μας, που πρωτοστάτησε και αυτή στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα του χωριού μας και τον συμπαραστάθηκε σε όλη την αγωνιστική του ζωή, και οι τρεις γιοί του, του ζητήσαμε να γράψει για την πλούσια αγωνιστική ζωή του. Επέλεξε να γράψει για την εαμικη περίοδο της δράσης του. Αυτή θεωρούσε ως την πλέον γνήσια αγωνιστική προσφορά στην πατρίδα, το λαό της περιοχής μας και τη χώρα. Αισθανόταν ότι αυτό το έργο τον καταξίωνε απόλυτα ως άνθρωπο.

Καθηλωμένος στο κρεβάτι, εξαντλημένος από την ασιτία και την αρρώστια, να δέχεται με τη «βία» ένα ποτήρι τσάι και ένα μπισκότα από τη μαμά που του παραστεκόταν, έγραφε μια ολόκληρη εβδομάδα. 'Οταν είχε τελειώσει το γράψιμο δεν υπήρχε πλέον καιρός να ξαναδούμε μαζί το κείμενο. Μερικές μέρες μετά πέθανε. Μου έδωσε όμως τη συγκατάθεσή του να εκδόσω τις «Αναμνήσεις» του αν κρινόταν ότι παρουσιάζουν ευρύτερο ενδιαφέρον - προβαίνοντας στις τυχόν αναγκαίες δικές μου παρεμβάσεις στο κείμενο, σεβόμενος το δικό του λόγο, αλλά και το ύφος της γραφής του.

Το κείμενο είναι γραμμένο με αφηγηματικό τρόπο. Περιγράφεται σ' αυτό η δράση του «κεντρικού ήρωα» στο εαμικό κίνημα, που είναι ο ίδιος ο συγγραφέας του. αλλά και οι οδύνες και οι κατατρεγμοί του αργότερα, στην μεταβαρκεζιανή περίοδο. Το κείμενο έχει έντονο τον προσωπικό τόνο. Όμως, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας του ήταν ταυτισμένος με το εαμικό κίνημα της εθνικής και της κοινωνικής απελευθέρωσης του λαού, διαβάζοντας κανείς τις Αναμνήσεις μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του ίδιου του κινήματος με τις ανθρώπινες διαστάσεις του στην ανατολική πλευρά του νομού Σερρών πάνω από το Στρυμώνα ποταμό. Και αργότερα σε διάφορες φυλακές και στο στρατόπεδο της Γυάρου (στα Γιούρα, όπως αναφέρεται εξακολουθητικά στο κείμενο).

Το κείμενο ανοίγει ένα παράθυρο στην ιστορία του εαμικού κινήματος στο νομό Σερρών. Μάλιστα, δεν περιορίζεται μόνο στην καθολική υποστήριξη του εαμικού κινήματος από το σεραϊκό πληθυσμό, αναφέρεται και σε αντιδράσεις ανθρώπων με αντικομμουνιστικές και εθνικιστικές ιδεολογικές και πολιτικές καταβολές που αντιδρούσαν στον εαμικό και στον κομμουνιστικό λόγο. Όμως γενικότερα ο συγγραφέας των «Αναμνήσεων»  αποτυπώνει το σκίρτημα των ψυχών, τα γνήσια πατριωτικά και απελευθερωτικά   αισθήματα των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για τους σκοπούς του ΕΑΜ.

Στο κείμενο μπορεί να παρακολουθήσει κανείς ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε το ΕΑΜ, μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο με το λαό και χάρη στο προσωπικό παράδειγμα των κομμουνιστών, που λειτουργούσαν στο πνεύμα της πολιτικής κουλτούρας του ΕΑΜ, να κατακτήσει τις καρδιές και το μυαλό του κόσμου - των αγροτών για το χώρο όπου λειτούργησε ο πατέρας μου και τον οποίο εκφράζει με γνήσιο πειστικό τρόπο.

Στο κείμενο παρουσιάζουν ενδιαφέρον τα επιχειρήματα και ο τρόπος οργάνωσης των επιχειρημάτων με τα οποία απωθούνται τα μεθοδευμένα ιδεολογικά αντικομμουνιστικά ενσταλλάγματα στις συνειδήσεις των αγροτών (Από αυτή την άποψη είναι ενδεικτική η επιχειρηματολογία και ο συλλογισμός υπέρ του κομμουνιστικού συμβόλου του σφυροδρέπανου). Όπως επίσης και οι αντιδράσεις των αγροτών σε λάθη του ΕΑΜ, της λαϊκής εξουσίας, που αμέσως διορθώνονται γιατί υπάρχει το στοιχείο της άμεσης επαφής με το λαό.

Όλα αυτά δίνονται στο κείμενο στα μέτρα του συγγραφέα, των συνθηκών κάτω από τις οποίες γράφτηκαν οι Αναμνήσεις, αλλά και του είδους της γραφής, που έχει επιλέξει ο συγγραφέας τους , ύστερα από τη δική μου προτροπή, αλλά και κατά έναν αυθόρμητο τρόπο - αφού ο πατέρας μου δεν ήταν ούτε συγγραφέας, ούτε ιστορικός. 'Ηταν όμως ένας άνθρωπος με αυξημένη παρατηρητικότητα, με μεγάλη γνώση και ευαισθησία για τα προβλήματα του λαού, των αγροτών, με διαμορφωμένη πολιτική και ιδεολογική προσωπικότητα, με γνώσεις όχι μόνον πολιτικές, αλλά και ευρύτερες και με ακόμα μεγαλύτερη αγωνιστική εμπειρία, και με ακλόνητη πίστη για την ορθότητα των ιδεών τις οποίες πρέσβευε.

Το κείμενο αυτό, αν θέλαμε να το χαρακτηρίσουμε θα λέγαμε ότι είναι αναμνήσεις ενός πρωτοπόρου Σερραίου αγωνιστή, ενός αγρότη κομμουνιστή για το εαμικό εθνικοαπελευθερωτικό και κοινωνικό κίνημα στην περιοχή, δοσμένες με έναν αφηγηματικό τρόπο, φορτισμένες με έντονα προσωπικά βιωματικά στοιχεία, όπως αυτά διατηρήθηκαν ολοζώντανα μετά από 35 χρόνια από την εποχή για την οποία γράφτηκαν οι «Αναμνήσεις», από τα οποία τα 29 τα είχε ζήσει στην ξενιτιά. Αυτός ο αφηγηματικός τρόπος, παρακολουθείται από μια ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, περιγραφή των καταστάσεων που συνάντησε και έζησε στη περίοδο του διωγμού των αντιστασιακών στη μεραβαρκεζιανή περίοδο από το «επίσημο» κράτος και το «ανεπίσημο» παρακράτος. Στο κείμενο αυτό ο συγγραφέας επέλεξε από την 46χρονη θητεία του στο εργατικό, στο αριστερό κίνημα να γράψει για τη  δράση και ζωή του στην περίοδο !943 – 1948, με έμφαση  στη βαθιά εντυπωμένη στη συνείδηση του εαμική περίοδο 1943-1945.

Ο Δημ. Βακαλιός εντάχθηκε το 1932  στο επαναστατικό εργατικό κίνημα της χώρας μας, συμμετείχε σ’αυτό αδιάλειπτα, και είχε υποστεί τις γνωστές ταλαιπωρίες των αριστερών αγωνιστών: φυλακές Σερρών ,Επταπυργίου Θεσσαλονίκης, Ακροναυπλίας, Αγροτικές φυλακές Κασσάνδρας , εξορίες: Σίφνο,  Γιάρος, ενεργός πρωτοπόρος συμμετοχή στο εαμικό κίνημα, συμμετοχή στους αγώνες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και μετά πολιτικός πρόσφυγας στη Βουλγαρία, την Πολωνία και την Ουγγαρία, συνολικά για 29 χρόνια στην υπερορία  με τη νοσταλγία της επιστροφής στην Ελλάδα, που δεν πραγματοποιήθηκε. Μια ιστορία που η παρουσία των συνολικών εμπειριών της είναι ευδιάκριτη στις Αναμνήσεις του για την πενταετία 1943 -1948, που μόνος επέλεξε να γράψει.

Στις «Αναμνήσεις» υπάρχουν κενά, ελλείψεις ,ίσως και ανακρίβειες για ορισμένα γεγονότα, όπως συνήθως συμβαίνει μ’ αυτό το είδος γραφής. Έγραψε ότι θυμόταν και όπως τα θυμόταν, πιεζόμενος από το λίγο χρόνο της ζωής που είχε ακόμα και τις ισχνές φυσικές δυνάμεις του. Δεν είναι δουλειά μου να καλύψω αυτά τα κενά. Αρχικά είχα επιλέξει να το κάνω.Τελικά, ύστερα από σκέψη εγκατέλειψα αυτή την ιδέα. Πρώτο γιατί οι ανακρίβειες δεν έχουν κανένα ειδικό βάρος σχετικά με την αξιοπιστία της αφήγησης η οποία  έχει μια εντυπωσιακή εγκυρότητα. Δεύτερο -κυρίως γι αυτό-  επειδή έκρινα ότι μια τέτοια παρέμβαση μου στο κείμενο θα νόθευε το είδος της γραφής. 'Ετσι, που ενώ θα έχανε ο αφηγηματικό λόγος την αυθεντικότητά του, δεν θα αποκτούσε τα χαρακτηριστικά ενός κειμένου με επιστημονική -ερευνητική εγκυρότητα, πράγμα που θα απαιτούσε ειδικές αναλύσεις και ειδική μεθοδολογία. Τελικά, απέρριψα την ιδέα μιας τέτοιας παρέμβασης στο κείμενο, ακόμα και για τα μέρη στα οποία υπάρχουν αναφορές σε πολιτικές εξελίξεις και πολιτικά γεγονότα κρίσιμης σημασίας και επειδή αυτές οι αναφορές είναι συμβατές με τις εκτιμήσεις της αριστερής βιβλιογραφίας που διαμόρφωσε τη γνώση του πατέρα μου οι οποίες γνώσεις κρινόμενες με τις νεότερες μελέτες δεν είναι αυθαίρετες, δεν είναι καθαρά υποκειμενικές. Μάλιστα, θα έλεγα ότι οι εκτιμήσεις του για τη μεταβαρκεζιανή περίοδο είναι μέσα στο πνεύμα των εκτιμήσεων της αριστερής ιστοριογραφίας - στο βαθμό που οι γνώσεις και οι εκτιμήσεις αυτές μπορούν να λειτουργήσουν μέσα από έναν αφηγηματικό τρόπο γραφής. Τα παραπάνω αφορούν και την ιστορία του εαμικού αντιστασιακού κινήματος στην περιοχή μας.

Κρίνω όμως απαραίτητο να αναφερθώ εδώ σε μια πληροφορία που μου έδοσε ο Παρίσης Κατσαρός σύμφωνα με την οποία η οργανωμένη αντίσταση κατά των βουλγάρων κατακτητών στις Σέρρες άρχισε από την πρώτη στιγμή της κατοχής - το 1941. Σύμφωνα με τον Παρίση Κατσαρό στις Σέρρες υπήρχε οργάνωση του ΚΚΕ (ασύλληπτη κατά την 4η Αυγούστου), που από την πρώτη  μέρα της εισβολής των βουλγάρων , ύψωσε τη σημαία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Πρωτεργάτες στην πόλη των Σερρών σ αυτόν τον αγώνα ήταν ο Φυσέκας, ο Γιάννης Κατσαρός,ο Μήτσος Εσκιζόπουλος και πολλοί άλλοι. Δυστυχώς δεν είχα το χρόνο να ψάξω αυτήν την τόσο σημαντική πλευρά του εαμικού κινήματος στις Σέρρες. Έτσι, τα ονόματα αυτών των πρωτοπόρων πατριωτών είναι γνωστά μόνο σε ένα στενό κύκλο αθρώπων που συνεργάστηαν μαζί τους. Αυτή είναι μια σημαντική έλλειψη που την καταλογίζω στον εαυτό μου . Επίσης, ως σημαντική έλλειψη θα μπορούσε να καταγραφεί και ο πολύ περιορισμένος αριθμός επώνυμων αγωνιστών που πρωτοστάτησαν στο εαμικό κίνημα της περιοχής μας ή/ και αγωνιστών που έπεσαν θύματα σ αυτόν τον αγώνα. Αν υπάρξει ανταπόκριση από αναγνώστες αυτού του βιβλίου ή και ιστορικούς μελετητές του αντιστασιακού κινήματος στην περιοχή, αυτή η έλλειψη θα μπορούσε στο μέλλον να καλυφθεί με δημοσίευση ή δημοσιεύσεις σε τοπικά περιοδικά ή και σε μια ενδεχόμενη  έκδοση του βιβλίου - αν αυτό ευτυχίσει να συμβεί.

Προβαίνω λοιπόν στην κοινοποίηση  του κειμένου «Αναμνήσεις» του πατέρα μου με τις επιβαλλόμενες διορθώσεις, πρόσθετες εξηγήσεις και πληροφορίες έτσι ώστε να είναι περισσότερο προσιτό για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο γενικός τίτλος του βιβλίου, οι τίτλοι και οι μεσότιτλοι, καθώς και η οργάνωση του υλικού, αλλά και η επιμέλεια του κειμένου  είναι έργο δικό μου.

Τέλος, θεωρώ απαραίτητο να προσθέσω στα παραπάνω και τα εξής: Ο πατέρας μου , όπως θα μπορέσει να το διαπιστώσει και ο κάθε αναγνώστης, στο κείμενό του αναφέρεται διεξοδικά στο ρόλο του χωριού μας, του Εμμανουήλ Παπά (Δοβίστα) στην αντίσταση και στη δράση του ίδιου στο χωριό. Αυτό είναι κάτι που του «βγήκε» αυθόρμητα μέσα από την εναγώνια αποτύπωση των αναμνήσεων του τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και ανάγεται μάλλον στους εξής λόγους: 1) Στο γεγονός ότι από εδώ άρχισε και εδώ κορυφώθηκε η δράση του στο εαμικό κίνημα, 2) Με την απελευθέρωση από τους βουλγάρους κατακτητές έγινε πρόεδρος του χωριού. Στη Δοβίστα εφάρμοσε, στο βαθμό που ο χρόνος το επέτρεψε, τις αρχές της αυτοδιοίκησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης στις οποίες πίστευε και για τις οποίες πάλευε, 3) Η Δοβίστα λειτουργεί στην αφήγηση του ως πρότυπο αναφοράς για τη δράση του στα άλλα χωριά, στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής πλευράς του νομού Σερρών. Επομένως, όσα λέγονται σχετικά με τη Δοβίστα και με το έργο του Δημήτρη Βακαλιού στη Δοβίστα επιτρέπουν, περισσότερο από άλλες περιπτώσεις χωριών και οργανώσεων που συνθέτουν το χώρο στον οποίο έδρασε ως ηγετικό πρόσωπο του κινήματος, να οδηγηθεί κανείς σε συμπεράσματα με γενικότερη σημασία για το εαμικό κίνημα της περιοχής.

Είναι όμως πέρα από αυτά η Δοβίστα ο τόπος όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε, μόχθησε, έκανε οικογένεια, έδρασε πολιτικά και κοινωνικά, ζυμώθηκε στο επίπεδο της καθημερινότητας με τους ανθρώπους και με το χώρο : τα σπίτια, τους δρόμους, το τοπίο, τα πάντα. Γι αυτό η αμεσότητα του λόγου του από την αρχή του γραπτού είναι παρούσα όταν μιλά για τη Δοβίστα και αυτό είναι κάτι που συνοδεύει όλη την αφήγηση. Αυτό εκφράζεται και με την αναφορά σε ονόματα συγχωριανών του, χωρίς καμιά ιδιαίτερη παρουσίαση, αφού πρόκειται για άτομα , που όποιον και αν ρωτήσεις στο χωριό από τους παλιούς, τα γνωρίζουν!
Ο Δημήτρης Βακαλιός (ο Μητρούσης Μπακαλιός, όπως ήταν γνωστός στους συγχωριανούς του) ήταν πρώτα απ’ όλα δοβιστιανος αγωνιστής και κομμουνιστής και σαν τέτοιος συμμετείχε οργανικά στο ευρύτερο κίνημα - το αντιστασιακό, το εαμικό. Αυτό εξάλλου, είναι γνώρισμα των αγωνιστών με τέτοιου είδους καταβολές στα χωριά τους.
Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος που η Δοβίστα είναι θα μπορούσαμε να πούμε, ο άξονας αναφοράς των αναμνήσεων του από τη δράση του στην κατοχή.

Η κυρίαρχη αναφορά στο χωριό του έχει να κάνει και με τη νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα, που  είναι στο επίκεντροτης σκέψης για όλους τους αγρότες που είναι στην ξενιτιά. Διάπυρος πόθος του είναι να μπορέσει να επισκεφτεί, έστω, το χωριό του, να δει τους ανθρώπους του, να περπατήσει στα σοκάκια του, όμως γνωρίζει ότι αυτό δεν θα το μπορέσει. Είναι λίγες μέρες πριν από το θάνατο. Γράφοντας τις αναμνήσεις του για τη δράση του στο εαμικό αντιστασιακό και κοινωνικό κίνημα κυριαρχείται, προφανώς, από το νόστο, από την επιθυμία να έρθει σε επαφή, έστω και μέσα από το γραπτό λόγο για το χωριό του, όπως αυτό εμφανίζεται μέσα από τη συμμετοχή του στο κίνημα σε όλες τις φάσεις της εξέλιξής του.  Η αφήγηση  έχει απάνω της την αμεσότητα της ζωντανής αγωνιστικής μνήμης. Έτσι αποτυπώνεται στο χαρτί., Η δουλειά η δική μου ήταν να βάλω να λειτουργήσουν μέσα από το κείμενο, όσο γίνεται καλύτερα, αυτά τα στοιχεία και όχι να γράψω ένα άλλο κείμενο. Αυτό και έκανα ή προσπάθησα να κάνω. Αυτά όσον αφορά το πρώτο μέρος του βιβλίου.
Από το δεύτερο μέρος του βιβλίου ξεχωρίζει η παραστατική περιγραφή του εφιαλτικού τοπίου του στρατοπέδου της Γυάρου ως ένας χώρος του παραλόγου στην υπηρεσία μιας πολιτικής λογικής που λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, με εκτελεστές ταγματασφαλίστες καθάρματα (του τύπου Γλάστρα, υποδιευθυντή των φυλακών της Γυάρου, πρώην διευθυντή των φυλακών Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη επί γερμανικής κατοχής), που ικανοποιούν τις εξουσιαστικές και σαδιστικές ορέξεις τους πάνω στους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης ως καταξιωμένοι λειτουργοί του ελληνικού κράτους!

Η περιγραφή της κατάστασης και της «ζωής» των κρατουμένων στη Γυάρο, στον 4° όρμο, είναι αληθινή. Δεν έχει υπερβολές. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις περιγραφές και άλλων κρατουμένων της Γυάρου για την περίοδο που «έζησε» εκεί ο πατέρας μου. Αυτή η ακραία μορφή διωγμού των αγωνιστών -που στη Γυάρο και στη Μακρόνησο έχει το χαρακτηριστικό της φυσικής εξόντωσης ή «έστω" της φυσικής αχρήστευσης πολιτικών αντιπάλων- είναι η λογική εξέλιξη του διωγμού των ανυπόταχτων γενναίων αγωνιστών που αρχίζει μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, με την εγκαθίδρυση της νέας τάξης πραγμάτων. Το κλίμα του διωγμού δίνεται  παραστατικά και μέσα από τις περιγραφές των γεγονότων και των καταστάσεων που συνοδεύουν και χαρακτηρίζουν τη διαδρομή του πατέρα μου, μετά την απόλυση του, από τη Γυάρο στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στη διαδρομή ως το χωριό του, τη Δοβίστα. Στο κομμάτι αυτό της διήγησης υπάρχουν περιγραφές με κοινωνιολογική αξία για την καθημερινότητα της ζωής εκείνη την περίοδο, ακόμα και με γνήσια στοιχεία λογοτεχνίας, χωρίς βέβαια να μπορεί να κριθεί το κείμενο του πατέρα μου με τα κριτήρια της  λογοτεχνίας,  του μυθιστορήματος. Το κείμενο διατηρεί από την αρχή ως το τέλος το χαρακτήρα των αναμνήσεων ενός αγωνιστή, ενός ανθρώπου με δυνατή μνήμη, που έχει -στο μέτρο το δικό του- το χάρισμα της περιγραφής, με τα χαρακτηριστικά που ανάφερα παραπάνω, χωρίς να απομακρύνεται από την αρχή του σεβασμού της πραγματικότητας ως έχει, χωρίς ωραιοποιήσεις (και για το εαμικό κίνημα ) ή παραμορφωτικές υπερβολές για το όργιο του διωγμού των αγωνιστών της εθνικής αντίσταση/ του εαμικού κινήματος γενικότερα για την περίοδο 1945 -1948.


Ηλιούπολη 2001,
Θανάσης (Σάκης) Βακαλιός

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015



Θανάσης Βακαλιός,
 Η ανθρωπιστική κρίση ως πρόβλημα πολιτισμού *

Μιλώντας  σε Έλληνες για τον πολιτισμό ο ομιλητής βρίσκεται αντιμέτωπος με την ασάφεια ή και τη σύγχυση  αναφορικά με τον όρο  πολιτισμός  που χρησιμοποιείται με δυο έννοιες, με  την έννοια του civilisation  και   την έννοια culture (πολιτισμός και κουλτούρα). Δεν σκοπεύω να ασχοληθώ με αυτό το εννοιολογικό θέμα με ιδιαίτερη μεθοδολογική σημασία. Την άποψή μου την αναπτύσσω αναλυτικά στο βιβλίο μου Τεχνολογία- Κοινωνία- Πολιτισμός[1]. Εδώ περιορίζομαι να πω ότι η έννοια κουλτούρα αναφέρεται στον άνθρωπο , προσδιορισμένο με τους όρους του ανθρωπισμού  ενώ  η έννοια πολιτισμός (civilisation) αναφέρεται στην εργασία προσδιορισμένη, μαζί και ο άνθρωπος , με τους όρους της παραγωγικότητας της εργασίας, με τους όρους της αγοράς και του κεφαλαιοκρατικού κέρδους. Οι δυο αυτοί όροι εκφράζουν το διχασμό της  υλικής και της πνευματικής ζωής του ανθρώπου που επήλθε με την βιομηχανική επανάσταση και με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, που στην εποχή μας, ήδη από τον περασμένο αιώνα προσπαθεί, με ιδιαίτερη σπουδή (και τα καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό), να καταργήσει τη σχετική αυτοτέλεια της κουλτούρας, εντάσσοντας την στο σύστημα της αγοράς. Στα χρονικά περιθώρια που διαθέτω  δεν μπορώ να αποφύγω τη διπλή χρήση του όρου πολιτισμός ως civilisation και ως culture. Ωστόσο, στην ομιλία μου ρίχνω το βάρος σε ότι έχει σχέση με την κουλτούρα, δηλαδή  με τον άνθρωπο τον οποίο η αυθεντικά ανθρώπινη κουλτούρα τον  αντιμετωπίζει ως αυταξία.  Αυτά  προεισαγωγικά.
Το θέμα της ημερίδας είναι  σύνθετο. Μπορεί να προσεγγιστεί από πολλές πλευρές. Επέλεξα να εστιάσω την προσοχή μου    στο φαινόμενο της ανθρωπιστικής κρίσης, επιχειρώντας να δώσω την ευρύτερη διάσταση, το
* Διασκευή ομιλίας με αυτό το θέμα που έκανα στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών

 ---------------------------------------
* Το άρθρο αυτό αποτελεί παραλλαγή της ομιλίας μου  στην εκδήλωση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών (19.11. 2014) με  θέμα Οι επιπτώσεις της κρίσης στον πολιτισμό.

ευρύτερο και βαθύτερο περιεχόμενό της που πάει πολύ πιο πέρα από το βιοποριστικό πρόβλημα. Από αυτή την οπτική προσεγγίζω και το πρόβλημα της ανεργίας, δηλαδή όχι απλώς ως βιοποριστικό πρόβλημα, αλλά και ως πρόβλημα κοινωνικής  ηθικής, ως πρόβλημα  απαξίωσης του ανθρώπου, άρα ως πρόβλημα πολιτισμού.

                                     *       *        *

Έχει θετικές πλευρές  η οικονομική κρίση, η φτωχοποίηση του λαού; Αυτό το παράδοξο ερώτημα έχει τεθεί από ανθρώπους που επιχειρούν να κρίνουν τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης με ηθικούς όρους, με προεκτάσεις  και σε θέματα κοινωνικού πολιτισμού. Η κρίση, λένε, επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε την ηθική ζημιά που δημιούργησε η υπέρμετρη κατανάλωση, ο καταναλωτισμός: τον ατομικισμό, την ιδιοτέλεια, την πλεονεξία. Επιτρέπει «να ξαναβρούμε τις ηθικές αξίες του λαού μας», πάνω στις οποίες μπορούμε να διαμορφώσουμε μια νέα ηθική πραγματικότητα,  έναν νέο κοινωνικό πολιτισμό, με βασική αρχή και αξία την αλληλεγγύη. Σε άρθρο με τον τίτλο Γειτονιές της αλληλεγγύης, διαβάζουμε¨: «Ένας άλλος κόσμος γεννιέται από τα ερείπια της κρίσης».[2] Έμμεσα ή άμεσα οι άνθρωποι αυτοί υπαινίσσονται το πρόβλημα της ηθικής πολιτιστικής ταυτότητας του λαού μας, ή ακόμα και την ανάγκη δημιουργίας ενός αυθεντικά ανθρώπινου πολιτισμού με τα ελληνικά του χρώματα.
Δεν μπορώ να προχωρήσω εδώ στην ανάπτυξη του θέματος. Αυτό απαιτεί ειδική πραγματεία. Περιορίζομαι στη διαπίστωση ότι η ηθική πολιτιστική ταυτότητα ενός λαού ορίζεται κυρίως με παροντικούς όρους: υλικές και  οικονομικές υποδομές, θεσμικό και νομικό καθεστώς, συνθήκες ζωής και τρόποι ζωής, μαζί και συνθήκες εργασίας και χαρακτήρας της εργασίας, ταξικός χαρακτήρας της κοινωνίας, κυρίαρχη ιδεολογία, παράδοση και προσδοκίες για το μέλλον. Στην εποχή μας  στον ορισμό της ηθικής πολιτιστικής ταυτότητας ενός λαού,  παίζουν ρόλο και οι σχέσεις της χώρας με τις άλλες χώρες, γενικότερα, με τον κόσμο και οι επιδράσεις του κόσμου στον τρόπο της ζωής του. Το παρελθόν ως αναγκαία συνιστώσα της ταυτότητας του λαού λειτουργεί πραγματικά στη ζωή του στο βαθμό που  τον βοηθά να υπάρχει ως πολιτισμική οντότητα, να αναπαράγεται και να ονειρεύεται. Το παρελθόν, η παράδοση παίζει ή μπορεί να παίξει ένα σχετικά αυτόνομο ρόλο – πάντα ανάλογα με τις ιστορικές περιστάσεις, όμως,  δεν είναι η βάση πάνω στην οποία ή σύμφωνα με την οποία  διαμορφώνεται η ηθική πολιτιστική του ταυτότητα, η κοινωνική του συνείδηση. Και θα πρέπει να πω ότι πολιτισμικό μέλλον έχει ο λαός που διαμορφώνει την κοινωνική και εθνική του, ακόμα, συνείδηση  και κουλτούρα με αυτούς τους όρους. Και θα πρόσθετα: με αναφορά και    στις ανθρώπινες ανάγκες  που δημιουργεί. η δυναμική εξέλιξης του κόσμου.
Είναι χωρίς πραγματικό αντίκρισμα η άποψη που θεωρεί ότι είναι δυνατή η υπέρβαση της ηθικής  φθοράς που έχει φέρει ο καταναλωτισμός με αναφορά σε πρότυπα ζωής του παρελθόντος ή με ιδεολογικές κατασκευές που προσιδιάζουν σε ηθικές βουλήσεις. Εξάλλου, η απομόνωση του φαινόμενου του καταναλωτισμού από  όλο το φάσμα και το χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων δημιουργεί  ένα αδιέξοδο  στη μελέτη του θέματος και στην αντιμετώπισή του. Ο καταναλωτισμός αποτελεί οργανικό στοιχείο του συστήματος της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς. Η υπέρβασή του είναι συνυφασμένη με την υπέρβαση αυτού του συστήματος.[3]
Με δεδομένο αυτό το σύστημα  καθίσταται εξ ορισμού αναποτελεσματική κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη δημιουργία ενός αυθεντικά ανθρώπινου, πολιτισμού. Είναι αβάσιμη η άποψη που κάνει λόγο για  την ανάπτυξη ενός  μοντέλου κοινωνικού πολιτισμού εντός του καπιταλισμού  που θα δώσει ένα άλλο περιεχόμενο  στην έννοια της αλληλεγγύης που καταξιώνει τον άνθρωπο - δεν είναι απλώς μια μορφή έκφρασης της φιλανθρωπίας  που αναπαράγει  τη σχέση πλουσίου – φτωχού, φτωχού – πλούσιου, ακόμα και με το στοιχείο της ελεημοσύνης.
Το μοντέλο ενός αυθεντικού, κοινωνικά λειτουργικού, μοντέλου πολιτισμού μπορεί να προκύψει από μια ιστορική διαδικασία που στοχεύει στην κατάργηση των συνθηκών που παράγουν το καθεστώς εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και μαζί το φαινόμενο της  εργασιακής και κοινωνικής αλλοτρίωσης του ατόμου.
Ο παραπάνω προβληματισμός μας πάει και στο θέμα της ανεργίας, που αποτελεί τη  σημαντικότερη συνιστώσα της γενικευμένης φτωχοποίησης του λαού  με  το ερώτημα που αφορά στον τρόπο αντιμετώπισής της. Από ανθρωπιστική άποψη η ανεργία αποτελεί τη σημαντικότερη αρνητική επίπτωση της οικονομικής κρίσης. Αυτό το αποδέχονται οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί. Το αποδέχονται οι κυβερνώντες. Όμως  στους προβληματισμούς τους για την αντιμετώπιση της ανεργίας  κυριαρχεί η οικονομική προσέγγιση.
Μιλούν για την ανεργία ως αρνητικό συντελεστή για την όποια σοβαρή προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης της χώρας. Στις αιτιάσεις τους για τη συνεχιζόμενη κατάσταση λένε ξανά και ξανά  πως  κάνουν   ό,τι είναι δυνατό για την αντιμετώπισή του προβλήματος,  προβαίνουν σε έωλες υποσχέσεις  για εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις απασχόλησης, βάζοντας στο περιθώριο το είδος της απασχόλησης, την ποιότητα της δουλειάς, τη μόρφωση, την ειδικότητα, τα ενδιαφέροντα  και τα όνειρα του εργαζόμενου, το μέγεθος των αποδοχών του για μια οικονομικά αξιοπρεπή ζωή. Η σκέτη επιβίωση έχει αναχθεί σε κανόνα ζωής ενός ολόκληρου λαού. Κανένας λόγος για ελεύθερη επιλογή και δημιουργική αυτοπραγμάτωση του ατόμου  στην εργασία. Το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό υπάρχει – και πρέπει να υπάρχει- στο βαθμό και στο μέτρο που μπορεί να αποφέρει κέρδος και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας – με όρους επιβίωσης. Τίποτα περισσότερο. Στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, με τη φτώχεια να έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, έτσι πρέπει  να λειτουργεί μια «υπεύθυνη ηγεσία», μια «νόμιμη, εκλεγμένη από το λαό,  κυβέρνηση». Ανάλογη πρέπει να είναι και η στάση του λαού  απέναντί της. Αυτή η αντίληψη, αυτή η λογική  λειτουργεί και ως ηθική δικαιολόγηση της επιλογής του μονόδρομου Πρόκειται για  σαφή περίπτωση του φαινόμενου  της ηθικής αλλοτρίωσης  η οποία  εδράζεται στην κυρίαρχη πολιτική φιλοσοφία που βάζει τον πολίτη πάνω από το κοινωνικό άτομο.
Αυτή τη βολική αντίληψη γι αυτούς τους πολιτικούς, αλλά και για όλο  το αστικό πολιτικό και ιδεολογικό κατεστημένο,  φροντίζουν να την περάσουν στο λαό, προβάλλοντας το ιδεολόγημα ότι ο νομοταγής πολίτης είναι ο ενάρετος άνθρωπος, ανάγοντας το νόμο του κράτους σε ηθικό νόμο λειτουργίας όχι μόνο του πολιτικού συστήματος αλλά   όλης της κοινωνίας. Παραβλέποντας το εμπειρικό γεγονός , επιβεβαιωμένο από τη συνολική εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας, ειδικότερα από τη νεωτερικότητα (βιομηχανική επανάσταση και αστισμός)  και μετά, ότι υποκείμενο  της ηθικής είναι το άτομο ως φορέας και εκφραστής του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων και όχι ο πολίτης, και ότι «το Δίκαιο δεν επικαλύπτεται πλήρως με την Ηθική, ούτε η νομιμότητα με την ηθικότητα».[4]
Όμως, υπάρχει και ένας βαθύτερος και ουσιαστικότερος λόγος που οι αστοί πολιτικοί αδυνατούν να συνδέσουν την οικονομική ανάπτυξη με την πολιτισμική εξέλιξη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός  ότι η σύγχρονη αστική τάξη έχει πάψει από καιρό να είναι  φορέας της κοινωνικής προόδου. Γι αυτό και οι αστοί πολιτικοί δεν μπορούν να συλλάβουν  τη σχέση κοινωνικής προόδου ( που η οικονομική ανάπτυξη οφείλει να υπηρετεί) με την πολιτισμική εξέλιξη. Η σκέψη τους δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια μιας οικονομικής ανάπτυξης με τους όρους και τη λογική του κεφαλαίου, που εξ ορισμού αδιαφορεί για την πολιτισμική- πολιτιστική εξέλιξη, για τη δημιουργία ενός νέου πολιτισμικού μοντέλου, ενός νέου πολιτισμού- που αποτελεί τώρα πλέον  και ανθρωπολογική αναγακαιότητα. Αυτό μπορεί και πρέπει να είναι έργο των προοδευτικών δυνάμεων, πρώτα απ’ όλα  της Αριστεράς. Ένα πολιτισμικό μοντέλο το οποίο  θα μπορούσε να λειτουργήσει   ως  οραματικό στοιχείο  ενός προοδευτικού πολιτιστικού κινήματος, ικανού να εμπνεύσει  τους δημιουργούς της τέχνης στο έργο τους – όχι βέβαια να τους καθοδηγήσει ! Η αυτονομία της τέχνης δεν πρέπει να αμφισβητείται. .[5]
Θα μπορούσε, βέβαια κανείς  να πει  ότι δεν είναι καιρός να μιλήσουμε για  οράματα. Έχουμε μπροστά μας να αντιμετωπίσουμε την ανθρωπιστική κρίση, τη φτωχοποίηση του λαού, την ανεργία. Αυτό που ενδιαφέρει τον κόσμο είναι η επιβίωση. Είναι αμφίβολο  αν οι άνθρωποι που ζουν αυτό το δράμα μπορούν να εθιστούν να ζητήσουν  κάτι περισσότερο από τη δημιουργία των όρων  επιβίωσης. Σ αυτή την κυρίαρχη άποψη – που έχει μεγάλη δόση αλήθειας- επενδύει το ιδεολογικό κατεστημένο με σκοπό να κάνει τον κόσμο  να πιστέψει ότι το ελάχιστο που μπορεί το σύστημα να τους υποσχεθεί είναι το μέγιστο. Ό,τι άλλο είναι λαϊκισμός- ένας όρος που εισάγει στη συνείδηση του κόσμου την ιδέα πως ό,τι ζητά ο λαός είναι παράλογο ή ακόμα και «αντιλαϊκό».  Ο κόσμος μπορεί να αγανακτεί, να οργίζεται ακόμα και να διαμαρτύρεται «ειρηνικά», πάντα στα όρια που βάζει ο νόμος, δηλαδή το συμφέρον του συστήματος εξουσίας του λαού. Όχι ανατροπές! Θέλουμε έναν λαό που δέχεται εν ειρήνη και με συγκατάβαση τη μιζέρια και την ταπείνωση. Όχι ψυχική και ηθική ανάταση! Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την καλλιέργεια του φόβου για  ό,τι ξεπερνά τα όρια του κατεστημένου «ρεαλισμού», με σκοπό την ελαχιστοποίηση των προσδοκιών, τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας που υπερβαίνει αυτά τα όρια, κάθε  προσπάθειας που ζητά το «αδύνατο» (αδύνατο είναι ό,τι υπερβαίνει τα όρια της κυριαρχίας του κεφαλαίου), την ανημπόρια, την εξουδετέρωση, τη θανάτωση του αγωνιστικού φρονήματος
Έτσι εξηγείται το φαινόμενο   άνθρωποι με φιλοδοξίες και αυτοσεβασμό, που βιώνουν το ανθρωπολογικό νόημα της ανεργίας,  αποδεχόμενοι την ιδέα της ματαιότητας και της ανημπόριας, να  έχουν απωλέσει την ικανότητά τους ως κοινωνικά άτομα να αντισταθούν σ αυτή την κατάσταση, να  αισθάνονται παντελώς άχρηστοι. Οι περιπτώσεις τους δίνουν, μάλλον, το βαθύτερο νόημα της ανθρωπιστικής κρίσης. Είναι, χαρακτηριστική νομίζω γι’αυτή την κατηγορία των ανθρώπων   η παρακάτω  μαρτυρία : «… Η ανεργία (διαβάζω στο site protagon.gr)  μοιάζει με καλπάζουσα ασθένεια, με  ένα αυτοάνοσο νόσημα. Χτυπάει αθώα σαν μια συνηθισμένη ίωση που θα περάσει, όπως πάντα. Όμως σιγά-σιγά προσβάλλει ζωτικές σου λειτουργίες και όργανα. Και με σταθερό ρυθμό, ανεπαίσθητα,   σε οδηγεί σε έναν κοινωνικό θάνατο, κι έπειτα στον πνευματικό σου θάνατο και λίγο μετά στο φυσικό σου τέλος. Ένα τέλος που έρχεται σα να ήτανε σκοπός. Και η αριστοτελική έννοια του όρου (ειμαρμένη – Θ.Β.) , αποκαθίσταται. Ό,τι απομένει από εσένα δεν είναι παρά μια ισχνή ανάμνηση. Κι εσύ μόνος να τριγυρνάς ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θυμάσαι πια, σε μια πόλη που δεν γνωρίζεις πια. Είσαι ένας ζωντανός νεκρός. Ο άνεργος δεν είναι απλά αυτός που δεν έχει εργασία ή χρήματα. Ο άνεργος είναι αυτός που δεν έχει ρόλο στο κοινωνικό σύνολο…» (Της Αφροδίτης Αλ Σάλεχ, από το site protagon.gr.).  Βέβαια, η ανεργία δεν είναι αρρώστια.. Όμως είναι μια κοινωνική κατάσταση  που επηρεάζει καίρια  τον ψυχισμό του ατόμου, τη διάθεσή του για τη ζωή και τη στάση του απέναντι στη ζωή Το ίδιο  και η εργασία που αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Σ αυτές τις περιπτώσεις (στη σημερινή συγκυρία πρόκειται για μαζικό φαινόμενο) η αλλοτρίωση δεν αφορά μόνον τη σχέση του ατόμου με την εργασία, αλλά και την ίδια την υπόστασή του ως καταξιωμένου μέλους της κοινωνίας. Θα μπορούσα να πω ότι η αλλοτρίωση αφορά την ίδια την ζωντανή ύπαρξή του.
Εκπροσωπώ την άποψη ότι στη βάση της πολιτισμικής εξέλιξης είναι η εργασία και ότι το μοντέλο κοινωνικού πολιτισμού που οφείλουν να επεξεργαστούν οι προοδευτικές δυνάμεις θα πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την αυθεντική δημιουργική  αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, που είναι στον αντίποδα της αλλοτριωμένης εργασίας, που   «αδειάζει» τον άνθρωπο, δεν τον εμπλουτίζει.   (Μαρξ).
Το φαινόμενο της αλλοτρίωσης  αποτελεί το  σημαντικότερο συνειδησιακό ανασταλτικό ανάχωμα στην ανάπτυξη της αυτόνομης ελεύθερης προσωπικότητας ανθρώπων με κριτικό πνεύμα, ανθρώπων που θέλουν ν΄αλλάξουν τη ζωή τους και τον κόσμο. Η αλλοτρίωση είναι διαχρονικό φαινόμενο. Χαρακτηρίζει όλες τις ταξικές κοινωνίες. Στον καπιταλισμό απλώνεται σε όλες τις μορφές έκφρασης της ανθρώπινης ζωής. Από φιλοσοφική ανθρωπολογική άποψη η αλλοτρίωση είναι στη βάση του ανθρώπινου προβλήματος.[6]
 Το παράδοξο από μία άποψη είναι ότι  με την τεχνολογική και επιστημονική ανάπτυξη που, στην εποχή μας διαχέεται σε όλες τις μορφές της ζωής, το ανθρώπινο πρόβλημα αντί να αμβλύνεται οξύνεται. Κι ακριβώς η "δυναμική" αυτής της εξέλιξης έχει μετατρέψει την αστική τάξη από δύναμη προωθητική  στην  εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού σε δύναμη ανασταλτική αυτής της διαδικασίας. Πρόκειται για αντίφαση που παλιότερα δεν ήταν τόσο σαφής όσο τώρα.  Η τεχνολογική πρόοδος παρακολουθούνταν και με στοιχεία και αλλαγές κοινωνικής προόδου και πολιτισμικής εξέλιξης. Μάλιστα, συγκρινόμενη η αλλαγή την οποία είχε φέρει ο αστισμός, με την προηγούμενη κατάσταση, αποτέλεσε  τομή στην πολιτισμική εξέλιξη  της ανθρωπότητας. Μιας εξέλιξης η οποία βασίστηκε στην ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην ανάπτυξη της  δημιουργικότητας του ανθρώπου, Ανάλογη ήταν και η κρίση μας για τους συντελεστές της πολιτισμικής εξέλιξης, για τον πολιτισμό.
Το καινούργιο σήμερα  στις κρίσεις μας για τον πολιτισμό  είναι ότι ενώ παλιότερα η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης αλλά και η οικονομική ανάπτυξη θεωρούνταν, ακόμα και για την αριστερά,  κριτήριο με το οποίο κρίναμε την εξέλιξη  του πολιτισμού, σήμερα αυτοί οι συντελεστές μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Αυτό που μετρά είναι ο τρόπος που γίνεται η οικονομική ανάπτυξη και οι επιπτώσεις της στον άνθρωπο και στο περιβάλλον. Μετρά το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη – κρινόμενη με πολιτισμικά κοινωνιολογικά κριτήρια-  γίνεται με σκοπό τη διατήρηση ενός κοινωνικού συστήματος που νομοτελειακά  πλέον αναπαράγει την ανθρώπινη βαρβαρότητα με  τις πιο ακραίες μορφές της αλλοτρίωσης:  πόλεμοι, ρατσισμός,  εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός,  καταδίκη σε θάνατο από την πείνα και τις αρρώστιες εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε χώρες του τρίτου κόσμου, γενικευμένη φτωχοποίηση των λαών.Η σύγχρονη αστική τάξη το κάνει αυτό και με τη βοήθεια των μηχανισμών υποταγής ή «αξιοποίησης» φορέων της κουλτούρας στις ανάγκες της παραγωγής, στις ανάγκες του κεφαλαιοκρατικού κέρδους.  Ωστόσο, ο χώρος της κουλτούρας, ειδικότερα της τέχνης, και της φιλοσοφίας, βέβαια, μπορεί να διατηρήσει τη δική της σχετική αυτονομία. Με αναφορά σ αυτή τη δυνατότητα  θα μπορούσαμε να δεχτούμε  τη θέση του κορυφαίου κοινωνιολόγου Ζύγκμουντ Μπάουμαν ότι η κουλτούρα μπορεί να λειτουργήσει ως  «φυσικός εχθρός της αλλοτρίωσης», μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας που «. αμφισβητεί την αυτόκλητη σοφία, τη γαλήνη και την αυθεντία του Πραγματικού". Αναφέρεται εδώ  ο Μπάουμαν στη μορφή γνώσης που δεν  έχει αναστολές για τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της, "στη μορφή  γνώσης που έχει το θάρρος  να προσφέρει στον κόσμο το νόημά του".  Πολεμά την αλλοτριωμένη κοινωνία που εξαναγκάζει το άτομο σε μια διαρκή δουλική παραίτηση  από το δικαίωμα και την ικανότητα νοηματοδότησης του κόσμου".[7] 
Το ρόλο αυτό της κουλτούρας, γενικότερα του ριζοσπαστικού λόγου, οφείλουμε να τον δούμε σε συνάρτηση με  το γεγονός ότι  το κυρίαρχο ιδεολογικό κατεστημένο  επιχειρεί να παγιδεύσει τον κόσμο  σε έναν τρόπο σκέψης των ανθρώπων που ανασκευάζει, αντιστρέφει το πραγματικό περιερχόμενο των ιδεών που συνάδουν με την κοινωνική πρόοδο και την πολιτισμική- πολιτιστική  εξέλιξη:  δημοκρατία, ελευθερία, αλληλεγγύη, ισότητα, ανθρωπισμός, πρόοδος…. Η σύγκρουση με όλες τις εκφράσεις αυτού του ιδεολογικού κατεστημένου  είναι όρος για τη λειτουργία αυτών των ιδεών σε κοινωνικό επίπεδο, έχοντας πάντα κατά νου ότι ο βαθμός και το συγκεκριμένο περιεχόμενό τους, καθώς και ο τρόπος (οι τρόποι) που  αυτό εκφράζεται μέσα από τις κοινωνικές και τις διαπροσωπικές σχέσεις και συμπεριφορές των ανθρώπων, μέσα από τον κοινωνικό και τον ατομικό τρόπο της  ζωής είναι το μέτρο της πολιτισμικής  εξέλιξης, της πολιτισμικής  ανόδου μιας κοινωνίας.  Το  ανατρεπτικό έργο της τέχνης, ακόμα και το ανατρεπτικό έργο του ριζοσπαστικού φιλοσοφικού λόγου από μόνα τους δεν μπορούν να είναι το μέτρο της πολιτισμικής εξέλιξης, παρά μόνο σε συνάρτηση με τη δυναμική του κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσθαι που ανατρέπει τη σημερινή πραγματικότητα.
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση υπάρχει ένα αξιολογικό σύστημα με βάση το οποίο μπορούμε να κρίνουμε έναν πολιτισμό, ένα πολιτισμικό μόρφωμα. Στη βάση αυτού του  αξιακού  συστήματος είναι η αποδοχή  του Άλλου ως αυταξία, ως αυθεντική ανθρώπινη ύπαρξη. Βέβαια αυτό θα πρέπει να είναι αμοιβαίο και να λειτουργεί ως καθολική αξία της κοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Αυτό δεν έχει να κάνει με την τεχνολογική ή και με την επιστημονική εξέλιξη. Ωστόσο, λειτουργώντας με τους όρους του σύγχρονου κόσμου, στην κρίση μας για τον πολιτισμό και την πολιτισμική εξέλιξη  δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο δημιουργός άνθρωπος και το έργο του αποτελούν την υλική βάση κάθε πολιτισμού, ειδικότερα από τη βιομηχανική επανάσταση και εντεύθεν, μαζί με τις υλικές και τις πνευματικές ανθρώπινες ανάγκες που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη. Γη αυτό η κατασκευή ενός αυθεντικά ανθρώπινου μοντέλου πολιτισμού, που ιστορικά και ανθρωπολογικά είναι αναγκαίο, θα πρέπει να συνδέει  σε ένα ανώτερο επίπεδο τον υλικό με τον πνευματικό πολιτισμό, ως μορφή έκφρασης και λειτουργίας μιας κοινωνίας που συνδυάζει αρμονικά την αρχή του ανθρωπισμού και του ορθολογισμού σε όλα τα επίπεδα και τις μορφές λειτουργίας της, μιας κοινωνίας που καθιστά δυνατή την αυθεντική  αυτοπραγμάτωση των ατόμων στην εργασία και στην κοινωνική δράση, οι οποίοι και αποτελούν το εχέγγυο για τον αποκλεισμό  του οποιουδήποτε ιστορικού πισωγυρίσματος σε παλιότερα κοινωνικά και πολιτισμικά μοντέλα και τρόπους ζωής.
Στην ομιλία μου επέλεξα να ασχοληθώ με το φαινόμενο της ανθρωπιστικής κρίσης ως πρόβλημα πολιτισμού, αναδεικνύοντας την αλήθεια ότι ο πολιτισμός μιας χώρας, μιας κοινωνίας είναι συνάρτηση της δυνατότητας των ανθρώπων που την συνθέτουν να μπορούν να εκφράσουν στη ζωή τους και στις μεταξύ τους σχέσεις τις θετικές αρχές και τις αξίες που τη διέπουν, καθώς και τις αξίες της εποχής που ζητούν διέξοδο στο μέλλον, μαζί και τις  νέες κοινωνικές μορφές έκφρασής τους.


[1] Θανάσης Βακαλιός, Τεχνολογία, Κοινωνία, Πολιτισμός, εκδόσεις Ψηφίδα (Αρμός) 2002.
[2]Βλέπε Θανάσης Βακαλιός, Είναι ο καπιταλισμός συμβατός με την ηθική; Εκδόσεις Νήσος – Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, 2014, σελ. 99 και 101.
[3] Βλέπε όπ. π. σελ. 79 κ.ε.
[4] Κώστας Σταμάτης. Κριτική θεωρία της δικαιοσύνης .Θεμελίωση αρχών. Εκδόσεις Σαββάλας, 2011, σελ. 306.
[5] Για την αυτονομία της τέχνης από την πολιτική βλέπε στο βιβλίο μου Τέχνη και πολιτική, Επιστήμη και τέχνη, εκδόσεις Προσκήνιο, Άγγελος  Σιδεράτος, 2008.
[6] Βλέπε το βιβλίο  μου Το πρόβλημα της ταυτότητας του ανθρώπου, εκδόσεις Ψηφίδα, 2004.
[7]           Zygmunt Bauman,Ο πολιτισμός ως πράξη, εκδόσεις Πατάκη, 1994, σελ. 224.